Σχολικό Κείμενο "Φόνισσας"


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Η ΦΟΝΙΣΣΑ

[1. Κοντά εις την εστίαν]


Mισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον «φουγοπόδαρο», η θεια-Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ’ εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον διά την λεχώ, την μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της.
     Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτω του φατνώματος της εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις μισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας, έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν: «Αν είναι φίλος, να χαρή, αν είν’ εχθρός, να σκάση...»
     Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.
     Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμει βαριά λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθή να το βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλυτερεύει ολίγον, την πρώτην βραδιάν, και ο βήχας εκόπασεν επ’ ολίγον. Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις του οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ’ εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θε μου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;»
     Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της τραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά τας προλαβούσας νύκτας, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ’ αυτά τα πάθη της εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.

[2. Να μην σώσουν]

Όλ’ αυτά τα ενθυμείτο, και οιονεί τα ανέζη η Φραγκογιαννού, κατά τας μακράς εκείνας αΰπνους νύκτας του Ιανουαρίου, ενώ ο βορράς ηκούετο εκ διαλειμμάτων να συρίζη έξω, πλήττων τας κεράμους, και κάμνων να ηχώσι τα παράθυρα, οπότε ηγρύπνει παρά το λίκνον της μικράς εγγονής της. Ήτο ήδη τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα, και ο πετεινός ελάλησε και πάλιν. Το θυγάτριον, το οποίον μόλις είχεν ησυχάσει προ μικρού, άρχισε να βήχη εκ νέου οδυνηρώς. Είχεν έλθει ασθενικόν εις τον κόσμον, και προσέτι, φαίνεται ότι είχε κρυώσει την τρίτην ημέραν, εις τα «κολυμπίδια», όταν το είχαν λούσει εντός της σκάφης, και κακός βήχας το είχε κολλήσει. Η Φραγκογιαννού απλήστως από ημερών παρεμόνευε να ίδη συμπτώματα σπασμών εις το μικρόν ασθενές πλάσμα –επειδή τότε ήξευρεν ότι αυτό δεν θα εσώζετο– πλην ευτυχώς τοιούτον πράγμα δεν έβλεπε. «Είναι για να βασανίζεται και να μας βασανίζη», είχεν υποψιθυρίσει, χωρίς κανείς να την ακούση, μέσα της.
     Την στιγμήν ταύτην, η Φραγκογιαννού άνοιξε τα κλειστά αγρυπνούντα όμματα, κ’ εκούνησε το λίκνον. Συγχρόνως ηθέλησε να δώση το σύνηθες ρευστόν εις το πάσχον μωρόν.
     – Ποιος βήχει; ηκούσθη μία φωνή όπισθεν του μεσοτοίχου.
     Η γραία δεν απήντησεν. Ήτο Σάββατον εσπέρας, και ο γαμβρός της είχε πίει ένα ρακί παραπάνω, πριν δειπνήση· ομοίως είχε πίει, μετά το δείπνον, κ’ ένα μεγάλο ποτήρι από λάκυρον κρασί, διά να ξεκουρασθή από τα μεροκάματα όλης της εβδομάδος. Λοιπόν, ο Νταντής, επειδή είχε πίει αρκετά, αναλόγως, ωμιλούσε μέσα στον ύπνο του, ή μάλλον παραμιλούσε.
     Το μωρόν δεν εδέχθη την ρανίδα του ρευστού εις το στόμα, αλλά την ελάκτισε με την γλωσσίτσαν του, εν τη ορμή του βηχός, όστις είχεν αυξήσει λίαν αλγεινώς.
     – Σκασμός!... είπε πάλιν ο Κωνσταντής, ο πατήρ τού βρέφους, μέσα στον ύπνο του.
     – Και πλαντασμός!... προσέθηκε μετ’ ειρωνείας η Φραγκογιαννού.
     Η λεχώνα εξαφνίσθη μέσα στον ύπνο της, ακούσα ίσως τον βήχα του μικρού, και άμα τον αλλόκοτον βραχύν διάλογον, όστις διημείφθη μέσω του ξυλοτοίχου μεταξύ του κοιμωμένου και της αγρυπνούσης.
     – Τ’ είναι, μάννα; είπεν ανασηκωθείσα η Δελχαρώ. Δεν είναι καλά το παιδί;
     Η γραία εμειδίασε στρυφνώς εις το τρομώδες φως του μικρού λύχνου.
     – Σα σ’ ακούω, δυχατέρα!...
     Αυτό το «σα σ’ ακούω, δυχατέρα» ελέχθη με τόνον πολύ αλλόκοτον. Άλλως δεν ήτο η πρώτη φορά, καθ’ ην η νεαρά μήτηρ ήκουε τοιούτον τι εκ μέρους της μητρός της. Ενθυμείτο ότι και άλλοτε συνέβη, η γραία μεταξύ γυναικών και γραϊδίων της γειτονιάς, να εκφράση, μετά σείσματος εκφραστικού της κεφαλής, εις ώρας καθ’ ας εγίνετο λόγος περί της μεγάλης πληθώρας των νεαρών κορασίων, περί της σπάνεως, περί του ξενιτευμού και των υπέρμετρων απαιτήσεων των γαμβρών, περί των βασάνων όσα υπέφερε μία χριστιανή διά να αποκαταστήση «τ’ αδύνατα μέρη», τουτέστι τα θήλεα, να εκφράση, λέγω, παραπλήσια αισθήματα. Όταν μάλιστα η μήτηρ της ήκουε περί αρρώστιας μικρών κορασίδων είχεν ακουσθή, σείουσα την κεφαλήν, να λέγη:
     – Σα σ’ ακούω γειτόνισσα!... «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» επειδή συνήθιζε πολύ συχνά να εκφράζεται με παροιμίας λίαν εκφραστικάς. Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το καλύτερον είναι να μη πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθως ευχή της προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!... Να μην πάνε παραπάνω!»
     Και άλλοτε προέβη επί τοσούτον ώστε να είπε:
     – Τι να σας πω!... Έτσι του ’ρχεται τ’ ανθρώπου, την ώρα που γεννιώνται, να τα καρυδοπνίγη!...
     Ναι μεν το είπεν, αλλά βεβαίως δεν θα ήτο ικανή να το κάμη ποτέ... Και η ιδία δεν το επίστευε.



[3. Δύο μικρά κοράσια]

Aφού είχε γεμίσει το καλάθι της, και ο ήλιος έκλινε πολύ χαμηλά, καθώς εξήλθε του ερήμου ναΐσκου, η γραία Χαδούλα εκίνησε να επιστρέψη εις την πολίχνην. Κατήλθε πάλιν το ρέμα-ρέμα εις τα οπίσω, εστράφη δεξιά, άρχισε ν’ ανηφορίζη προς τον λόφον του Αγ. Αντωνίου, οπόθεν είχεν έλθει. Μόνον πριν φθάση ακόμη εις την κορυφήν του λόφου, εφ’ ου ίσταται το παρεκκλήσιον, και οπόθεν ανοίγεται μεγάλη θέα προς τον λιμένα και την πόλιν, είδεν εκεί δεξιά της χαμηλά εις το βάθος μικράς κοιλάδος, ήτις καλείται της Μαμούς το ρέμα, και τέμνει κατ’ αμβλείαν γωνίαν την άλλην βαθείαν κοιλάδα του Αχειλά, τον ευρύν και καλώς καλλιεργημένον κήπον του Γιάννη του Περιβολά, και είπε μέσα της:
     «Ας πάω στον μπαχτσέ του Γιάννη, να του γυρέψω κανένα μάτσο κρομμύδια, ή κανένα μαρούλι, να με φιλέψη... Τί θα χάσω;»
     Συγχρόνως, ανεπόλησεν την στιγμήν εκείνη, ό,τι προ ημερών είχεν ακούσει· ότι η γυναίκα του Γιάννη του Περιβολά ήτον άρρωστη. Ηννόει αν αύτη ευρίσκετο τώρα εις την καλύβην την εντός του κήπου, παρά την είσοδον, ή αν ενοσηλεύετο εις την πόλιν. Αλλ’ επειδή ο κηπουρός ο ίδιος θα ευρίσκετο εξ άπαντος εδώ, (συνεπέρανεν, επειδή έβλεπεν μακρόθεν ανοικτήν την θύραν του περιβόλου) εσυλλογίσθη να του πουλήση δούλευσιν, με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της, υποσχόμενη αυτώ «μαντζούνια» προς ίασιν της γυναικός του. Είτα ευθύς πάλιν είπε καθ’ εαυτήν:
     «Τι δούλεψη να κάμη κανείς στη φτώχεια!... Η μεγαλύτερη καλωσύνη που μπορούσε να τους κάμη θα ήτον να είχε κανείς στερφοβότανο να τους δώση. (Θε μ’ σχώρεσέ με!) Ας ήτον και παλληκαροβότανο! επέφερε. Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια, κι αυτή η φτωχιά!... Θαρρώ πως έχει πέντ’ έξι ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχη πεθάνει κανένα... απ’ αυτά τα εφτάψυχα!»
     Είχεν ερευνήσει, τω όντι, επί χρόνους πολλούς, εις τα βουνά και τας φάραγγας, όπως εύρη «παλληκαροβότανο» διά την κόρην της, αλλ’ εκείνο το οποίον της είχε δώσει δεν επέτυχεν· εξ εναντίας, ενήργησε μάλλον ως «κοριτσοβότανο». Και όμως εις αυτήν άλλοτε, όταν της το έδωκεν η ανδραδέλφη της, είχε τελεσφορήσει, διότι έκαμε τέσσαρας υιούς, και μόνον τρεις θυγατέρας. Όσον αφορά το «στερφοβότανο», ο πνευματικός της είχεν ειπεί προ χρόνων ότι είναι μεγάλη αμαρτία.
     Πριν φθάση εις την θύραν του κήπου, καθώς κατήρχετο τον δρομίσκον της κλιτύος, είδεν ότι ο Γιάννης ο Περιβολάς δεν ευρίσκετο εντός του κήπου, αλλ’ ήτο την στιγμήν εκείνην εις τον γειτονικόν αγρόν, τον οποίον είχε φαίνεται ενοικιάσει ως κολλήγας από τον γείτονα. Ο αγρός ήτον σπαρμένος κριθήν λίαν χλοάζουσαν και σπιθαμιαίαν ήδη, εκείτο δε επί χαμηλοτέρου από τον κήπον επιπέδου, εις ύψος γόνατος. Ο Γιάννης, σκυμμένος εις μίαν άκρην του αγρού, ως φαίνεται, εβοτάνιζεν, ήτοι εξερρίζωνε τ’ άσχημα χόρτα και τα ζιζάνια ανάμεσα εις το σπαρτόν, ενόσω ήτο ακόμη ενωρίς, και ο ήλιος έδυεν ήδη. Ευρίσκετο πέραν της άλλης άκρας του κήπου, και όταν η Γιαννού επλησίασεν εις την θύραν του περιβόλου, δεν τον έβλεπε πλέον, κρυπτόμενον όπισθεν του πυκνού φράκτου, εις ικανήν απόστασιν, ώστε δεν ημπόρεσε να του φωνάξη μακρόθεν την καλησπέραν. Εκείνος, κύπτων, όλος έκδοτος εις την εργασίαν του, ούτε την είδεν.
     Η γραία Χαδούλα εισήλθε. Πλησίον της θύρας ήτον η καλύβη, ικανώς λευκάζουσα, με εξωτερικόν όχι πολύ ακμαίον ούτε καθάριον. Εφαίνετο ότι προ πολλού χρόνου δεν είχεν ασβεστωθή, κ’ εμαρτύρει περί της αρρωστίας της οικοκυράς. Αταξία εργαλείων, χόρτων και δεμάτων υπήρχεν έμπροσθεν ταύτης. Η θύρα ήτο κλειστή. Τα δύο παράθυρα κλειστά. Μόνον εις φεγγίτης με ύαλον υπήρχε προς τα άνω, αλλά διά να φθάση ως εκεί επάνω η Φραγκογιαννού, διά να στηλώση το ανάστημά της και ίδη αν ήτον άνθρωπος μέσα, έπρεπε ν’ ανέλθη τας δύο ή τρεις βαθμίδας, και να φθάση εις το μικρόν, άφρακτον σανίδωμα, το καλούμενον «χαγιάτι».
     Ενώ εδίσταζεν, αν έπρεπε ούτω να κάμη, ή μάλλον ν’ ανέλθη απλώς εις το χαγιάτι και να κρούση την θύραν, ήκουσε φωνάς μικρών κορασίων. Ολίγον παρέκει ήτον το πηγάδι με το μάγγανον, και δίπλα, η στέρνα, χαμηλή, βαθεία, με τας όχθας μόλις ανεχούσας υπεράνω της επιφανείας της γης. Επάνω εις αυτήν την κτιστήν όχθην, παρά το χείλος της στέρνας, εκάθηντο δύο μικρά κοράσια, το εν ως πέντε ετών, το άλλο ως τριών ετών, και έπαιζαν με μίαν καλαμιάν και με σπάγγον και εν καρφίον δεμένον εις την άκρην, ως να εψάρευαν τάχα εντός της στέρνας.
     – Να!... μου έδωκε το σημείο ο Άις-Γιάννης, είπε μέσα της, σχεδόν ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια... Τί λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς, της Περιβολούς, ανίσως έπεφταν μες στη στέρνα κ’ εκολυμπούσαν!... Να ιδούμε, έχει νερό;
     Πλησιάσασα, έκυψε, και είδεν ότι η στέρνα ήτον σχεδόν γεμάτη· ως δύο τρίτα οργυιάς νερού.
     – Τί τ’ αφήνει εδώ, κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπεν πάλιν η Φραγκογιαννού. Τάχα δεν μπορούν να πέσουν και μοναχά τους μέσα;
     Έστρεψεν ανήσυχον βλέμμα προς την καλύβην. Αλλ’ αυτή είχε την όψιν ότι δεν υπήρχεν άνθρωπος μέσα.
     Εκοίταξε μετά περιεργείας τα δύο κοράσια. Το μεγαλύτερον τούτων ωραίον, ξανθόν, αν και σχεδόν άνιπτον, έκαμνεν ωραίαν εντύπωσιν. Το μικρότερο, χλωμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσχη από «ζούραν», ήτοι παιδικόν μαρασμόν.
     – Κοριτσάκια, είπεν η Φραγκογιαννού, τι εκάνετ’ δω;... Πού είν’ η μάννα σας;
     Το μεγαλύτερον κοράσιον απήντησε:
     – Πίτι.
     Στο σπίτι, ηρμήνευσεν η γραία. Μα πού στο σπίτι; Εδώ ή στο χωριό;
     – Ζεν είναι ζω, είπεν πάλιν το μικρόν.
     Φαίνεται ότι εξετέλει εντολήν του πατρός της, μη θέλοντος να ενοχλώσιν οι διαβάται την άρρωστην. Αύτη, άλλως, ευρίσκετο πράγματι εντός της καλύβης, καίτοι τα παράθυρα ήσαν κλειστά, ίσως διά να μην την βλάπτη ο εσπερινός αήρ του ρεύματος. Φαίνεται ότι ο σύζυγός της προ ολίγου μόνον είχε κατέλθει εις τον γειτονικόν αγρόν, προς μικράν συμπληρωματικήν εργασίαν, και είχεν οκνήσει ή νομίσει περιττόν να κλείση και την θύραν του περιβόλου του λαχανοκήπου.
     Η γραία Χαδούλα ηρώτησε και πάλιν:
     – Κ’ είναι στο χωριό, η μάννα σας; Και σεις πώς είστε ’δω μοναχά σας;
     – Είναι πατέλας ζω, είπεν η μικρά.
     – Πού;
     – Εκεί κάτω, έδειξεν η μικρά.
     – Και τι κάνει;
     Η παιδίσκη έσειε τους ώμους. Δεν ήξευρε τι να είπη.Τέλος επρόφερεν:
     – Έχει ζ’λειά. (έχει δουλειά)
     – Πώς σε λένε, κορίτσι μου;
     – Μένα; Μ’σούδα (Μυρσούδα).
     – Και την αδερφή σου;
     – Τούλα (Αρετούλα).
     Η Φραγκογιαννού εσκέφθη:
     «Θα φωνάξουν, τάχα;... Θ’ ακουστή; Πού ν’ ακουστή!... Πρέπει να κάμω γλήγορα, προσέθηκε μέσα της. Αυτός, όπου είναι, τώρα σε λίγο, θα ’ρθη δω, γιατί θα σουρουπώση, και δεν θα βλέπη να κάνη δουλειά εκεί κάτω... Και πρέπει να φεύγω το γληγορώτερο, χωρίς να με ιδή, όπως δεν με είδε ως τώρα».
     Εδίστασε προς στιγμήν. Ησθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην. Είτα είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως: «Καρδιά!... αυτό είναι μια απόφαση».
     Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην βίαν.
     Ηκούσθη μέγας πλαταγισμός.
     Τα δύο πλάσματα έπλεαν εις το νερόν της στέρνας.
     Η μεγαλυτέρα κορασίς έρρηξεν οξείαν κραυγήν, ήτις αντήχησεν εις την μοναξιάν της εσπέρας.
     – Μα...!
     Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού έστρεψε το πρόσωπον προς την λευκήν καλύβην, όπου μέχρι τούδε είχεν εστραμμένα τα νώτα.
     Και συγχρόνως ετοιμάζετο να φύγη, και συνάμα έστρεφε τον κανθόν του όμματος προς την στέρναν, διά να ιδή αν διήρκει η αγωνία.
     Ανέλαβε το καλάθι της, το οποίον είχε αποθέσει καταγής, και απεμακρύνθη δύο βήματα.
     Τα δύο μικρά πλάσματα ήσπαιρον μέσα εις το νερόν. Η μικρά είχε βυθισθή ήδη. Η μεγαλυτέρα επάλαιε.
     Μετ’ ολίγα δευτερόλεπτα, η γραία ήκουσεν όπισθέν της κρότον θύρας ανοιγομένης, και ασθενή φωνήν.
     Εστράφη. Η θύρα της καλύβης είχεν ανοιχθή. Η άρρωστη γυνή, η μήτηρ των δύο κορασίων, ωχρά, και τυλιγμένη με μαλλίνην σινδόνα, ομοία με φάντασμα, ίστατο εις το χάσμα της θύρας.
     – Τί είναι; είπε μετά τρόμου η πάσχουσα γυνή.
     Τότε η Φραγκογιαννού, με μεγάλην ετοιμότητα, καθώς ίστατο ορθία, δύο βήματα προς την στέρναν, έρριψε το καλάθι της κάτω, το οποίον είχε αναλάβει αρτίως, και άρχισε να τρέχη, να πηδά, και να φωνάζη:
     – Τα κορίτσια!... Τα κορίτσια!... Πέσανε μέσα!... Κοίταξε!... Δεν έχετε το νου σας, χριστιανοί;... Πώς κάμανε;... Και τ’ αφήνετε μοναχά τους, κοντά στη στέρνα, νερό γεμάτη!... Καλά που βρέθηκα!... Να, τώρα πέρασα κ’ εγώ... Ο Θεός μ’ έστειλε!
     Κ’ ενώ τω άμα κύψασα, και αφαιρέσασα εν ακαρεί την φουστάνα της, μείνασα με την λεγομένην «μαλλίναν», την εν είδει μεσοφορίου, απορρίπτουσα τας πατημένας χονδράς εμβάδας, μείνασα με τας κάλτσας τας τρυπημένας εις την πτέρναν, ερρίθη βαρεία, μετά πατάγου μέσα εις το νερόν της στέρνας.
     Η γυνή η άρρωστη είχεν αφήσει βραχνήν κραυγήν, κ’ έτρεξε να κατέλθη τα δύο ή τρία λίθινα σκαλοπάτια της εισόδου, παραπατούσα και μόλις δυναμένη να βαδίζη εκ της αδυναμίας. Πριν αύτη φθάση πλησίον της στέρνας, η Γιαννού είχε πιάσει το μικρότερον κοράσιον, το οποίον της εφαίνετο μάλλον πνιγμένον ήδη, και το έσυρε βραδέως προς τα έξω, με την κεφαλήν πάντοτε επίστομα εις το νερό. Είτα σηκώσασα το μικρόν σώμα, αφού απέθεσε τούτο επί της λιθίνης κρηπίδος, έκυψε κ’ έπιασε την άλλην κορασίδα, την μεγαλυτέραν. Την έδραξεν από το κράσπεδον του φορέματός της, και από τον ένα πόδα, κ’ ενώ ετράβα προς τα άνω το σώμα, η κεφαλή έμενε κάτω, όσον το δυνατόν μακροτέραν ώραν εντός του νερού.
     Τέλος, η μήτηρ είχε φθάσει πλησίον της σκηνής, και η Φραγκογιαννού έσυρεν αποφασιστικώς το σώμα προς τα έξω. Απέθηκε τούτο πλησίον του άλλου σώματος.
     Τα δύο μικρά πλάσματα εφαίνοντο αναίσθητα.
     Η Φραγκογιαννού μετά προσπαθείας, ψάξασα με τους πόδας εις το νερόν, ανεύρεν επί της μεσημβρινής πλευράς το στόμιον της στέρνας, το φραγμένον διά πλατείας σανίδος με υψηλήν ως κοντάριον λαβήν, και πατήσασα τον ένα πόδα επί της εσοχής εκείνης του τοίχου ανήλθε μετά κόπου εις την κρηπίδα όλη στάζουσα.
     – Είδες! Δεν το εσυλλογίστηκα! ανέκραξεν επιδεικτικώς η Φραγκογιαννού. Τάχα δεν έπρεπε να τραβήξω τον κόπανο επάνω, να ξεφράξω τη μπούκα, για ν’ αδειάση μονομιάς η στέρνα, πριν πνιγούν τα κοριτσάκια, τα καημένα!
     Ήτο αληθές, άλλως, ότι δεν το είχε σκεφθή. Πλην υπάρχει υποκρισία και εν τη ειλικρινεία.
     Η Φραγκογιαννού ετίναξε τα κράσπεδα των ενδυμάτων της, τα διάβροχα, και ρίπτουσα βλέμμα επί τα δύο αναίσθητα σώματα, ήρχισεν εν βία και σπουδή να λέγη:
     – Κρέμασμα ανάποδα θέλουνε... Χτύπημα με το καλάμι, για να ξεράσουν μαθές!... Καλά που είναι γλυκό το νερό... Πού είναι ο άνδρας σου, χριστιανή μου;... Έτσι τ’ αφήνουν, μικρά κορίτσια, μοναχά τους, να παίζουν με το νερό της στέρνας;... Καλά που ήρθα! Ο Θεός μ’ έστειλε... Από τον Ανάγυρο έρχομαι, απ’ τον ελιώνα... Καλά που ήτον η πόρτα του μπαχτσέ ανοιχτή!... Πού ’ναι ο άνδρας σου; Πού ’ν’ τος; Ό,τι μπήκα απ’ την πόρτα, ακούω μπλούμ! Τρέχω... Τί να ιδώ! Δεν πρόφθασα... Ούτε ήξευρα πως εισ’ εδώ. Σε είχα στο χωριό πως βρίσκεσαι... Είχα μάθει πως ήσουν άρρωστη... Την τρομάρα που πήρα!... Τώρα, κρέμασμα ανάποδα, και γλήγορα... Δεν πιστεύω να είναι καλά πνιγμένα... Πού ’ναι... τος ο άνδρας σου; Πού ’ν’ τος;
     Και δράξασα μετά βίας το εν σώμα, το μικρότερον, περί του οποίου ήτο σχεδόν βεβαία ότι ήτον νεκρόν ήδη, το μετέφερε πλησίον ενός δένδρου, διά να το κρεμάση ανάποδα, ως έλεγε.
    
[4. Μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης]

Ύστερον απ’ ολίγων λεπτών της ώρας κυνηγητόν, η Φραγκογιαννού έφθασεν εις την τοποθεσίαν, την οποία ο Καμπαναχμάκης είχεν ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήτον βράχος εισέχων αποτόμως προς τα έσω, σχηματίζων μικρόν ζύγωμα, κάτωθεν του οποίου έχασκεν η άβυσσος, η θάλασσα. Άνω του ζυγώματος τούτου υπήρχε πάτημα ημισείας παλάμης το πλάτος, όλον δεν το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρων βημάτων. Όπως το διέλθη τις, έπρεπε να πιασθή από τον άνω βράχον, βλέπων προς την θάλασσαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδίζη εκ δεξιών προς τα αριστερά. Η ζωή του εκρέματο εις μίαν τρίχα.
     Η Φραγκογιαννού έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ούτε υπήρχεν άλλη αίρεσις ή προσφυγή. Δρυμός άλλος δεν υπήρχεν επάνω του βράχου. Η γυνή επήρε το καλάθι της εις τους οδόντας, επήδησεν αποφασιστικώς, και διέβη αισίως το φοβερόν πέραμα.
     Έφθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δύο νομάτοι. Ο χωροφύλαξ είδε το πέραμα κ’ εστάθη.
     – Σου βαστά η καρδιά σου; είπε με κρυφήν χαιρεκακίαν ο σύντροφός του.
     – Δεν είναι άλλος δρόμος;
     – Δεν είναι.
     – Εσύ θα το ’χης περάσει πολλές φορές, είπεν ο στρατιώτης.
     – Εγώ, όχι! ηρνήθη ο αγροφύλαξ.
     – Δεν ήσουν τσομπάνης;
     – Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.
     Ο χωροφύλαξ εδίστασεν ακόμη.
     – Και να μας ρίξη κάτω μία γυναίκα! είπε.
     – Δεν προφτάσαμε να την ιδούμε τη στιγμή που περνούσε, είπεν είρων ο δραγάτης. Αν την έβλεπες, θα σου ’κανε καρδιά.
     – Αληθινά;
     – Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα οι γυναίκες! είπεν ο αγροφύλαξ. Σε κάμποσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο.
     – Κ’ εγώ θα περάσω! είπεν ο χωροφύλαξ.
     – Εμπρός!
     Ο χωροφύλαξ έβγαλε το αμπέχονόν του, και το έτεινεν εις τον σύντροφόν του, μείνας με το υποκάμισον. Έκαμε το σημείον του Σταυρού.
     – Αν περάσω πέρα, μου το ρίχνεις, είπε.
     Εδοκίμασε να πατήση επί του στενού, επιάσθη από τον βράχον. Μετά εν βήμα ωπισθοδρόμησε.
     – Μ’ έπιασε ζαλάδα, είπεν.
     Εν τω μεταξύ η Φραγκογιαννού, τρέχουσα, είχεν ανηφορίσει, και ανήρχετο υψηλότερα εις την ακτήν. Αποκαμωμένη, ήσθμαινεν, εφύσα. Επήγαινε, κ’ εστέκετο επί μίαν ανεπαίσθητον στιγμήν, κ’ έτεινε τα ώτα ακροωμένη. Ήθελε να βεβαιωθή αν θα διέβαινον το πέραμα οι δύο διώκται της. Αλλά δεν ήκουε τίποτε. Από την βραδύτητα αυτήν εσυμπέρανεν ότι οι δύο «νομάτοι» εδίσταζον πολύ να περάσουν το μονοπάτι.
     Τέλος, έφθασεν εις του Πουλιού την Βρύση, όπως την είχεν ονομάσει ο Καμπαναχμάκης. Ήτο μια πηγή επάνω εις υψηλόν βράχον, επί του οποίου εσχηματίζετο μικρόν ολισθηρόν οροπέδιον από χώμα, γεμάτον από βρύα και άλλα υγρά χόρτα, τα οποία εφαίνοντο ως να έπλεον εις το νερόν. Η Φραγκογιαννού επάτει καλά διά να μη γλιστρήση και πέση. Από την βρύσιν εκείνην, πράγματι, μόνον τα πετεινά τ’ ουρανού ηδύνατο να πίνουν. Η Χαδούλα έκυψε κ’ έπιε...
     – Αχ! καθώς πίνω απ’ τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε μου και την χάρη σας, να πετάξω!...
     Κ’ εγέλασε μοναχή της, απορούσα πού εύρε τον αστεϊσμόν αυτόν εις τοιαύτην ώραν. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν αγριεύσει, κ’ επέταξαν έντρομα...
     Εκάθισε, δίπλα εις του Πουλιού την Βρύση, διά να ξαποστάση και πάρη τον ανασασμόν της. Σχεδόν είχε βεβαιωθή πλέον ότι οι δύο «νομάτοι» δεν είχαν κατορθώσει να διαβώσι το Μονοπάτι στο Κλήμα.
     Αλλά δεν ησθάνετο ασφάλειαν, η δύστηνος, καθημένη εκεί. Όθεν, μετ’ ολίγα λεπτά εσηκώθη, επήρε το καλάθι της, κ’ έτρεξεν τον κατήφορον. Τώρα πλέον επήγαινεν αποφασιστικώς εις τον Άι-Σώστην, εις το Ερημητήριον. Καιρός ήτο, αν εγλύτωνε, να εξαγορευθή τα κρίματά της εις τον γέροντα, τον ασκητήν.
     Εις ολίγα λεπτά της ώρας κατήλθε την ακτήν, κ’ έφθασεν εις τα χαλίκια του αιγιαλού, εις την άμμον. Αντίκρυσε τον αλίκτυπον βράχον, επάνω εις τον οποίον εφαίνετο ο παλαιός ναΐσκος του Αγίου Σώζοντος. Ο λαιμός της άμμου, ο ενώνων τον μικρόν βράχον με την στερεάν, μόλις ανείχεν ένα δάκτυλον υπεράνω του κύματος. Τώρα ήρχιζε να γίνεται πλημμύρα. Η Φραγκογιαννού εστάθη κ’ εδίστασε. «Τάχα δεν θα... ξαναγίνη ρήχη σε λίγη ώρα; είπε. Γιατί να βιαστώ τώρα, να γίνω μούσκεμα;»
     Αλλά την ιδίαν στιγμήν ήκουσε θόρυβον όχι μικρόν επί του κρημνού. Δύο άνδρες, ο εις στρατιωτικός, ο άλλος πολίτης, με δύο τουφέκια επ’ ώμου, κατήρχοντο τρέχοντες τον κατήφορον. Ο πολίτης δεν ήτον ο δραγάτης τον οποίον είχεν αφήσει οπίσω, με τον ένα χωροφύλακα, ήτον άλλος, κ’ εφόρει φράγκικα. Αυτή λοιπόν ήτο η ενέδρα, την οποίαν είχεν υποπτεύσει ευλόγως αυτή, με την οποίαν ηθέλησαν να την βάλουν εις τα στενά; Ιδού ότι τώρα την έφθαναν.
     Η Φραγκογιαννού έτρεξεν, έκαμε τον σταυρόν της, κ’ επάτησεν επάνω εις το πέραμα της άμμου. Η άμμος ήτον ολισθηρά. Το κύμα ανήρχετο, εφούσκωνε. Η γυνή δεν ωπισθοδρόμησε. Δεν είχεν άλλην σανίδα σωτηρίας. Ούτε αυτήν, την παρούσαν, μάλιστα δεν είχε.
     Το κύμα ανέβαινεν, ανέβαινε. Η Φραγκογιαννού επάτει. Η άμμος ενέδιδε. Οι πόδες της εγλιστρούσαν.
     Ο βράχος του Αγίου Σώζοντος απείχε περί τας δώδεκα οργυιάς από την ακτήν. Ο λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο πλέον ή πεντήκοντα βημάτων το μήκος.
     Το κύμα την έφθασεν έως το γόνυ, είτα ως την μέσην. Η άμμος εγλιστρούσε. Εγίνετο βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανήλθεν έως το στέρνον της.
     Οι δύο άνδρες, οίτινες την εκυνήγουν, έρριψαν μίαν τουφεκιάν διά να την πτοήσουν. Είτα ηκούσθησαν αι φωναί των, φωναί αλαλαγμού και βεβαίας νίκης.
     Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Αϊ-Σώστην.
     Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση· εγονάτισεν. Εις το στόμα της εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ.
     Τα κύματα εφούσκωσαν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα τη Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς της.
     – Ω! να το προικιό μου! είπε.
     Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.

Θεολόγοι

Ο επικρατέστερος χαρακτηρισμός του Α. Παπαδιαμάντη για πολλές δεκαετίες υπήρξε «κοσμοκαλόγερος», χαρακτηρισμός που δικαιωνόταν από την οικογενειακή του καταγωγή –γιος ιερέα- και από τον τρόπο ζωής του –ψάλτης στην εκκλησία του Αγίου Ελισσαίου. Κάτω από την απλοϊκή, την κατανυχτική, τη χριστιανική, την ποιητική, την υποβλητική επιφάνεια των «χριστουγεννιάτικων» και των  «πασχαλιάτικων» διηγημάτων των σχολικών βιβλίων σκιαγραφούνται ήρωες όπως η στρίγγλα μάνα Δελχαρώ, η φόνισσα γιαγιά Χαδούλα Φραγκογιαννού, ο πότης, αδιάφορος, ελλιπής σύζυγος, τα κουτσομπολιά, οι συκοφαντίες, τα μάγια, οι εκτρώσεις. Η βίωση της αμαρτίας και η πάλη με το κακό και τους πειρασμούς της ζωής αποτελούν τη βάση του χριστιανισμού του Α. Παπαδιαμάντη.



Η Φραγκογιαννού πνίγει τα θύματά της και τελικά βρίσκει τον ίδιο θάνατο, πνίγεται προσπαθώντας να φτάσει το εκκλησάκι του Αϊ Σώστη (τραγική ειρωνεία). Ο Α. Παπαδιαμάντης την αφήνει μετέωρη μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης γιατί; Η Ε. Πετρογιάννη αξιοποιώντας τις θέσεις του συγγραφέα για την κόλαση και το παράδεισο γράφει:
«Η Φραγκογιαννού, αμετανόητη για τα εγκλήματά της, αποφασίζει να πάει πρώτα στο μοναχό Ακάκιο, στο εκκλησάκι του Αι-Σώστη, να εξαγορευτεί δηλ. να εξομολογηθεί, πιστεύοντας πως ο πνευματικός θα τη βοηθήσει να διαφύγει με διερχόμενο πλοίο στην Εύβοια. Με την σκέψη αυτή ο Παπαδιαμάντης επικυρώνει την ελευθερία βούλησης της Φραγκογιαννούς και την απεγκλωβίζει από τη διαδικασία της σωτηρίας, δηλαδή τις τύψεις και τις ενοχές για να επέρθει η σωτηρία. Κατά τον Παπαδιαμάντη οι άνθρωποι είναι μέτοχοι μιας φύσης, η οποία έχει εκπέσει, αλλά παράλληλα έχει όλες τις πιθανότητες σωτηρίας η οποία όμως εξαρτάται από το κριτήριο του Θεού και όχι των ανθρώπων.»
      «Η ερευνήτρια Στ. Χελιδώνη διαπίστωσε μια πρωτότυπη «εκκλησιαστική παράδοση κρυμμένη στο ‘κοινωνικό μυθιστόρημα’ του Α. Παπαδιαμάντη ‘Φόνισσα’». Τα σημεία διακειμενικότητας της «Φόνισσας» με την εκκλησιαστική τέχνη και λογοτεχνία δηλ. τα σημεία που ο συγγραφέας μεταφέρει στη νουβέλα εκφράσεις εκκλησιαστικών κειμένων ή περιγραφές εκκλησιαστικών αγιογραφιών είναι τα εξής:
1) Οι περιγραφές των πνιγμών που διέπραξε η Φραγκογιαννού, δύο βρεφών και τριών κοριτσιών -τον έναν πνιγμό ουσιαστικά δεν τον έπραξε η ίδια, αλλά τον εύχεται, συνδυάζονται κατά την ερευνήτρια Στ. Χελιδώνη με α) περιγραφή μεθόδων πρακτικής ιατρική απελευθέρωσης της αναπνοής «σχάζοντας» δια των δα­κτύ­λων την υα­λοει­δή μεμ­βρά­νη στο φά­ρυγ­γα του βρέ­φους, β) α­νι­στο­ρή­σεις με θέ­μα το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό από το «Βίο Αγίου Πορ­φυ­ρίου Επι­σκό­που Γά­ζης» του Μάρ­κου Δια­κό­νου και από το «Βι­βλίον ω­ραιό­τα­τον κα­λού­με­νον Αμαρ­τω­λών σω­τη­ρία» του Αγα­πίου Λάν­δου, που εκ­δό­θη­κε το 1641.
2) Στη συνέχεια η Στ.Χελιδώνη παρουσιάζει τα στάδια πνιγμού. Πρώτο είναι η κατάδυση, που συμβολίζει τον θάνατο και δεύτερη ανάδυση, που συμβολίζει την κάθαρση. Κα­τά έ­ναν προ­χρι­στια­νι­κό συμ­βο­λι­σμό, το πρώ­το συμ­βο­λί­ζει το θά­να­το και το δεύ­τε­ρο την κά­θαρ­ση και την α­να­γέν­νη­ση. Στη «Φόνισσα» απαντούν τα στάδια με την εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τη κα­τά­λη­ξη. «Μια ε­πι­πλέ­ον α­πό­δει­ξη ό­τι το θαύ­μα της σω­τη­ρίας α­πό πνιγ­μό συν­δέε­ται στε­νά με το μυ­στή­ριο του βα­πτί­σμα­τος δί­νει η ει­κο­νο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση, ό­που το θαύ­μα α­πο­τε­λεί μέ­ρος α­πό το α­φη­γη­μα­τι­κό συ­μπλή­ρω­μα της ι­στό­ρη­σης της βά­πτι­σης, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, το λου­τρό του βρέ­φους Ιη­σού της γνω­στής πα­ρά­στα­σης της γέν­νη­σης. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό δείγ­μα εν­σω­μά­τω­σης του θαύ­μα­τος προ­σφέ­ρει η τοι­χο­γρα­φία της βά­πτι­σης στην Πα­λαιά Μη­τρό­πο­λη Βε­ροίας.» Ο Πα­πα­δια­μά­ντης γνώ­ρι­ζε πολύ την ει­κο­νο­γρα­φία της Βά­πτι­σης όπως αποδεικνύουν οι περιγραφές των ναών από όπου περνούν οι ήρωες της Φραγκογιαννούς.
3) Τέλος, η Στ. Χελιδώνη διαπιστώνει πως το χρονικό άπλωμα της «Φόνισσας», δηλ. από τα Θεοφάνεια μέχρι την Κυριακή του Θωμά, το οποίο παρουσιάζει το τρίπτυχο: Γέννηση -Βάπτιση-Ανάσταση του Θεανθρώπου, δεν ήταν τυχαίο γιατί α­ντι­στοι­χεί στο συμ­βο­λι­κό ά­νοιγ­μα του μυ­στη­ρίου του βα­πτί­σμα­τος.» (Ελένη Πετρογιάννη)

Κριτικοί της Λογοτεχνίας

Συγκρίνοντας τη «Φόνισσα» και το «Έγκλημα και τιμωρία»


VS


Ο Α. Παπαδιαμάντης για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει και δημοσιεύει έργα  ξένων συγγραφέων στις εφημερίδες της εποχής. (βλ.«Το σκοτεινό τρυγόνι») Ιδιαίτερη θέση στο μεταφραστικό του έργο σε σχέση με το υπό εξέταση κείμενο της Φόνισσας έχει  και την μετάφραση του έργου του Ντοστογιέφσκι 'Εγκλημα και Τιμωρία. Η μετάφραση αυτή είναι βασισμένη, όπως φαίνεται, στη γαλλική μετάφραση του Ντερελύ. Ο Παπαδιαμάντης γράφει, και μεταφράζει, στην καθαρεύουσα. Αλλά η καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη, όπως παρατηρεί ο Α. Φ. Χρηστίδης «έχει μια διαφορετική "αντήχηση" από την "άλλη", αρχαιόπληκτη καθαρεύουσα. 'Ομως πώς; Η βυζαντινίζουσα καθαρεύουσά του ηχεί με έναν τρόπο σχεδόν μελωδικό, εκκλησιαστικά μελωδικό, … Αυτό είναι, ίσως, που αφαιρεί από την παπαδιαμαντική καθαρεύουσα τη "ρητορεία" που αναγκαστικά συνοδεύει μια μη ομιλούμενη, τεχνητή γλώσσα. Αλλά όχι μόνο αυτό. Στον Παπαδιαμάντη λειτουργεί η παραδοχή των ορίων της βασικής γλωσσικής του επιλογής, που αναιρεί την αντιπαλότητα δημοτικής-καθαρεύουσας. Η δημοτική είναι διάσπαρτη στο έργο του, και όχι μόνο στους διαλόγους, όπως είναι αναμενόμενο.
Σας διαβάζω, -λέει ο Α. Φ. Χρηστίδης- τώρα, ένα μικρό κομμάτι από το 'Εγκλημα και Τιμωρία, σε μετάφραση Παπαδιαμάντη: 
΄Ορθια ενώπιόν του, η γραία εσιώπα και τον ηρώτα διά του βλέμματος. 'Ητο εξηκοντούτις, μικρόσωμος και ισχνή, με μικράν σουβλερήν ρίνα και σπινθηροβολούντας εκ μοχθηρίας τους οφθαλμούς. Είχε την κεφαλήν ασκεπή, και η κόμη της, φαιά και λευκάζουσα, έστιλβεν εξ ελαίου. Ράκος φανέλλας περιετύλισσε τον λεπτόν λαιμόν της, μακρόν και λεπτόν ως πόδα όρνιθος. Με όλον τον καύσωνα έφερε επί των ώμων μαδημένην και κιτρινωπήν διφθέραν. 'Εβηχε δε αδιακόπως(ό.π., 17).
Το ντοστογιεφσκικό κείμενο ηχεί -και συνηχεί- εξαίσια μέσα στη νέα γλωσσική του πατρίδα. Στον πεζό ψαλμό της παπαδιαμαντικής καθαρεύουσας συναντιέται -και συντίθεται- η κοινή οδύνη που διαπερνά τον κόσμο του Ντοστογιέφσκι και τον κόσμο του Παπαδιαμάντη. Και η δημοτική αναλαμβάνει τον ρόλο της εκεί όπου λογιότερες επιλογές θα "ψύχραιναν" την περιγραφή: "σουβλερήν ρίνα", "φανέλλαν", "μαδημένην". Αλλά αυτή η "οικείωση" του ντοστογιεφσκικού κειμένου από τον παπαδιαμαντικό λόγο -όπως διαμορφώνεται, δημιουργικά, μέσα στη νεοελληνική πραγματικότητα της διγλωσσίας- μοιάζει να αντηχεί και με άλλους, στενότερους ή ειδικότερους, τρόπους. Η ντοστογιεφσκική "γραία", στην παπαδιαμαντική απόδοσή της, συναντιέται, αφανώς, με τον χορό των "γραιών" που κυριαρχούν στο παπαδιαμαντικό έργο ως σημεία αναφοράς που συμπυκνώνουν την ανθρώπινη μοίρα. Προεξάρχουσα βέβαια η Φόνισσα, "γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της".
Ο μαθητής Γ. Χορόζογλου παρουσιάζει τον τρόπου με τον οποίο οι δύο ήρωες προσλαμβάνουν την αδικία:
«Η Φραγκογιαννού προτού ξεκινήσει τη φονική της δραστηριότητα εξέφραζε ήδη με εμφατικό τρόπο τα αρνητικά της συναισθήματα για τα κορίτσια κάθε φορά που άκουγε ότι κάποιο κορίτσι ήταν άρρωστο ευχόταν να πεθάνει αντί να θεραπευτεί. Η παροιμιώδης έκφραση που συνήθιζε η Χαδούλα να διατυπώνει «Σα σ’ ακούω», σήμαινε μακάρι, και συνόδευε κάθε άκουσμα ασθένειας κοριτσιού, εννοώντας «μακάρι να πεθάνει». Ενώ, δε δίσταζε να εκφράζει και με μεγαλύτερη σαφήνεια τις σκέψεις της, ευχόμενη να μη σώσουν τα ασθενή κορίτσια.
Η αρνητική αυτή διάθεση της ηρωίδας θα εξελιχθεί σταδιακά, φτάνοντας τη νύχτα που θα σκοτώσει την εγγονή της στην πεποίθηση πως ίσως θα έπρεπε οι άνθρωποι να βοηθούν το έργο του θανάτου, απαλλάσσοντας τις φτωχές οικογένειες από τα κορίτσια και τα κορίτσια από τη γεμάτη βάσανα ζωή που τα περίμενε. Η Φραγκογιαννού δηλαδή, θα διαπράξει το πρώτο της έγκλημα πιστεύοντας πως προσφέρει ευεργεσία τόσο στην κόρη της όσο και στην εγγονή της, την οποία γλίτωνε από μια ζωή δυστυχίας.
Η ηρωίδα βέβαια, δε θα κατορθώσει να ξεφύγει από τις τύψεις και τις ενοχές για την απεχθή πράξη της γι’ αυτό και θα ζητήσει ένα θεϊκό σημάδι ως έγκριση για την πράξη της. Η τυχαία συνάντηση με τα μικρά κορίτσια του Γιάννη του Περιβολά θα ερμηνευθεί από τη Φραγκογιαννού ως το σημάδι που περίμενε και θα προχωρήσει έτσι σε μια ακόμη δολοφονική πράξη, συνεχίζοντας να πιστεύει πως διαπράττει κάτι το θεάρεστο.
Η Φραγκογιαννού, επομένως, εκλογικεύει τις αποτρόπαιες πράξεις της, ερμηνεύοντάς τες ως ευεργεσία απέναντι στις φτωχές οικογένειες, καθώς τις απαλλάσσει από τη δυσβάσταχτη υποχρέωση να προικίσουν τα κορίτσια τους. Η ηρωίδα δεν λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι αφαιρεί ανθρώπινες ζωές και πως αυτό αποτελεί μια ανήθικη και εντελώς αντιχριστιανική πράξη, μιας και είναι πεπεισμένη πως η ζωή που περιμένει τα μικρά αυτά κορίτσια θα είναι μαρτυρική.
Τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, ιδιαίτερα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είναι η απόλυτη ελευθερία και το κακό. Για τον Ντοστογιέφσκι, το πρόβλημα του ανθρώπου και της μοίρας του είναι κατεξοχήν πρόβλημα της ελευθερίας. Η μοίρα και η οδυνηρή πορεία του ανθρώπου καθορίζονται από την έννοια της ελευθερίας, που στέκεται στο κέντρο της κοσμοθεωρίας του συγγραφέα. Με το πρόβλημα της ελευθερίας συνδέεται στενά το πρόβλημα του κακού και των εγκληματικών παρορμήσεων. Το κακό, από τη στιγμή που εκδηλώνεται στην πορεία της ελευθερίας, δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί χωρίς αυτήν. Η ελευθερία του καλού προϋποθέτει την ελευθερία του κακού. Ο άνθρωπος διανύει το δρόμο της ελευθερίας, αλλά αυτή η ελευθερία μεταβάλλεται σε δουλεία και καταστρέφει τον άνθρωπο, όταν αυτός δεν αναγνωρίζει τίποτε πάνω από τον εαυτό του. Όταν τα πάντα επιτρέπονται, τότε η ελευθερία υποδουλώνεται στον ίδιο της τον εαυτό. Κι αυτή η υποδούλωση σημαίνει την καταστροφή του ανθρώπου.
Η ελευθερία του Ρασκόλνικοφ, που θέλει να ξεπεράσει τα ανθρώπινα όρια, προκαλεί τον εκμηδενισμό, την κατάπτωση, την υποδούλωσή του. Ο Ντοστογιέφσκι θεωρεί ότι το κακό είναι ‘παιδί’ της ελευθερίας. Η χωρίς όρια ελευθερία οδηγεί στην αυθαιρεσία, η αυθαιρεσία οδηγεί στο κακό και το κακό στο έγκλημα. Το κακό και το έγκλημα εξετάζονται ως συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, ως φυσική απόρροια της άλογης ελευθερίας του ανθρώπου. Η ύπαρξη του κακού μέσα στον κόσμο παίρνει στο Ντοστογιέφσκι θετικό νόημα. Η ύπαρξη του κακού είναι απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Αν ο κόσμος ήταν αποκλειστικά καλός και ακέραιος, τότε ο Θεός δεν θα ήταν αναγκαίος, γιατί ο κόσμος θα ήταν ήδη Θεός. Ο Θεός υπάρχει λοιπόν, επειδή υπάρχει το κακό.»
Αν και οι δύο χριστιανοί ορθόδοξοι οι συγγραφείς Α. Παπαδιαμάντης και Φ. Ντοστογιέφσκι αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο τη θεοδικία, την τιμωρία δηλ. των ενόχων Φραγκογιαννούς και Ρασκόλνικοβ.
«Αρχικά και οι δυο ήρωες, η Φραγκογιαννού και ο Ρασκόλνικοβ καταβάλλονται από παρόμοια κίνητρα. Και στις δυο περιπτώσεις έχουν την πεποίθηση ότι οι φόνοι γίνονται με καλό σκοπό, αφού ως στόχο έχουν να απαλλάξουν τους συνανθρώπους του από βάρη. Η Φραγκογιαννού πιστεύει ότι διευκολύνει τις οικογένειες από τα περιττά έξοδα για τις προίκες των κοριτσιών και ο Ρασκόλνικοβ πιστεύει ότι θα παρέχει μια άνετη και ευχάριστη ζωη στην αδερφή του, στην μητέρα του και στον ίδιο. Τα κίνητρα εκτός από ιδεολογικά μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε και εγωιστικά. Επιπλέον, και οι δυο ήρωες νιώθουν τύψεις και ενοχές για τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει και ο καθένας προσπαθεί να εξιλεωθεί με κάθε τρόπο.
Στη συνέχεια, αν και η προέλευση των εγκληματών είναι παρόμοια, το τέλος των ηρώων, διαγράφεται διαφορετικό. Ο κοινός παράγοντας της θείας πίστης που συνδέει του δυο ήρωες είναι αυτός που τους οδηγεί στο διαφορετικό τέλος. Η ηρωίδα του Παπαδιαμάντη είναι αυτή που, αφού έχει διαπράξει συνεχόμενους φόνους μικρών παιδίων και έχοντας την ψευδαίσθηση, ότι για όλους αυτούς τους φόνους έχει τη θεία συγκατάθεση, παρατηρούμε ότι τρέπεται σε φυγή προκειμένου να μη συλληφθεί. Ωστόσο η θεία δίκη για τη Φραγκογιαννού επέρχεται από τον Παπαδιαμάντη, αφού θέλει την ηρωίδα του να πεθαίνει με τον ίδιο τρόπο που διέπραττε αυτή εγκλήματα. Πνίγεται κυνηγημένη στη θάλασσα. Από την άλλη πλευρά του Ρασκόλνικοβ το τέλος της ζωής του τον βρίσκει συμφιλιωμένο με τα θεία. Ο ίδιος ο Ρασκόλνικοβ δεν άντεχε τις ενοχές της συνείδησής του και παραδόθηκε μόνος του στην αστυνομία ομολογώντας τους δυο φόνους. Μετανιωμένος πια και αφού έχει καταδικαστεί, αρχίζει να διαβάζει το Ευαγγέλιο και νιώθει να απελευθερώνεται από τις τύψεις απόλυτα μετανιωμένος.
Συμπερασματικά, λοιπόν, είναι κοινή χριστιανική πίστη των δύο συγγραφέων αλλά η διαφορετική αντίληψή τους για τη θεϊκή τιμωρία (Χ. Τοπχαναλή)
Οι μαθητές Α. Στυλιανίδου και Θ. Τοπαλίδης παρουσιάζουν σε PowerPoint τα συμπεράσματα της συγκριτικής μελέτης της Φ. Κολίτση για τα δύο έργα δηλ. «Φόνισσα» και «Έγκλημα και τιμωρία» στον τριπλό άξονα:
Α) οι εκφάνσεις του κακού στον κόσμο και ο τρόπος αντιμετώπισής του από τον κεντρικό ήρωα του κάθε έργου (σελ. 26-27).
Β) το θέμα του ιδεοληπτικού φόνου, του φόνου δηλ. που διαπράττεται χωρίς προσωπικό κίνητρο (σελ. 32).
Γ) η σύγκρουση του ατόμου με την κοινότητα (σελ. 42-43).

Κριτικοί της Λογοτεχνίας: Παρουσίαση σε Power Point


   VS

Εγκληματολόγοι

Κατά την Μ. Γκασούκα, οι κοινωνίες και οι χώροι που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης είτε στο νησί του είτε στην Αθήνα είναι κοινωνίες των γυναικών, οι οποίες διαχειρίζονται τελικά, άμεσα ή έμμεσα, τις περισσότερες και πιο ενδιαφέρουσες κοινωνικές σχέσεις. Η απόδοση αυτού του κόσμου, στα αθηναϊκά κυρίως διηγήματα ταυτίζεται με την καταγραφή φαινομένων βίας εις βάρος των γυναικών.



Στα σκιαθίτικα διηγήματα προβάλλει μια διαφορετική μορφή εγκληματικότητας: Στις οικονομικό-κοινωνικές συνθήκες μιας κλειστής κοινωνίας τα παιδιά δεν ήταν άχθος αλλά ευλογία, αφού οι απαιτήσεις της ζωής ήταν μικρές και τα παιδιά από πολύ μικρά συμμετείχαν στην παραγωγή. Μόνο σε περιπτώσεις που ο αριθμός των παιδιών και ιδιαίτερα των κοριτσιών ήταν υπερβολικός, μπορούσε να εμφανίζεται το φαινόμενο της παιδοκτονίας, όχι ως έγκλημα αλλά ως «λειτούργημα» κοινωνικής ισορροπίας. Με άλλα λόγια ήταν κάτι «επιβεβλημένο» από κάποια αδήριτη ανάγκη και, συγκεκριμένα, όταν η οικογένεια δεν είχε δυνατότητες επιβίωσης. Η κοινωνία, ως μέσο αυτοπροστασίας, καταφεύγει στη λύση της «βρεφοκτονίας», επειδή δεν μπορεί να υπερβεί κάποια όρια αντοχής.
Παιδοκτονία, με την έννοια που προαναφέρθηκε διαπράττεται στη «Φόνισσα» -μιας και πληροί όλες τις προϋποθέσεις κοινωνικής ανισορροπίας και απωθημένης κοινωνικής καταπίεσης- από μια γυναίκα που με πλήρη συνείδηση ανατρέπει το μητρικό της ρόλο στο όνομα της λύτρωσης και της παράλληλης σωτηρίας αυτών των εκκολαπτόμενων «κορασίδων-υπηρετριών».
Η Χ. Πετρίδου συγκέντρωσε με τη μορφή πίνακα: α) τα εγκλήματα που βαρύνουν τη Φραγκογιαννού, και β) τα επιχειρήματα υπεράσπισης. Από τη θέση του δικαστή «αποφασίζει» αν θα την καταδίκαζε.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ
1. Πνιγμός νεογέννητης εγγονής – φόνος εκ προθέσεως
Δύσκολα παιδικά χρόνια : η Φραγκογιαννού έζησε μια βασανιστική ζωή υπηρετώντας πάντα τους δικούς της κι αμελώντας τον εαυτό της. Ακόμη, ήταν αναγκασμένη να ξαγρυπνά δίπλα στο άρρωστο εγγόνι της, αφού η επίσης άρρωστη κόρη της δεν μπορούσε να το φροντίσει.
2. Πνιγμός των δύο κοριτσιών του Γιάννη του Περιβολά στην στέρνα – φόνος εκ προ μελέτης
Ψυχικές διαταραχές, στρέβλωση του νου: όταν πήγε στο εκκλησάκι του Αι- Γιάννη του Κρυφού, για να ζητήσει συγχώρεση για το φόνο της εγγονής της, παρακάλεσε τον Άγιο να της δώσει ένα σημάδι, ώστε να καταλάβει αν έπραξε σωστά. Εδώ λοιπόν αρχίζει η στρέβλωση του μυαλού της κι οι ψυχικές διαταραχές την ωθούν στο να νομίσει πως η θέα των κοριτσιών στην στέρνα ήταν σημάδι για να συνεχίσει τους φόνους.
3. Πνιγμός του νεογέννητου κοριτσιού του βοσκού Γιάννη Λυρίγκου – φόνος εκ προ μελέτης.
Στρέβλωση του νου, έμμονη ιδέα οι φόνοι των κοριτσιών: απέκτησε πλέον έμμονες ιδέες με τους φόνους, καθώς πίστευε ότι τα κορίτσια θα περνούσαν δύσκολα σαν εκείνη, γι’ αυτό κι επέλεξε να τα <<σώσει>> με έναν ιδιαίτερο τρόπο, συμβάλλοντας στο έργο του θανάτου τους.
4. Αποπειράθηκε  κι άλλες φορές να σκοτώσει μικρά  κορίτσια, όπως συνέβη με τα παιδιά του βοσκού Καμπαναχμάκη, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.

5. Άφησε αβοήθητη να πνιγεί στο πηγάδι τη μικρή Ξενούλα.


Στη ‘’Φόνισσα’’ του Παπαδιαμάντη δεν υπάρχει απόδοση δικαιοσύνης με την παραδοσιακή έννοια, καθώς η Φραγκογιαννού δεν συλλαμβάνεται από τους χωροφύλακες, για να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη και να δικαστεί, αλλά ούτε έχει την ευκαιρία να φτάσει στον Άγιο Σώστη, ώστε να εξομολογηθεί τα εγκλήματά της και να ζητήσει συγχώρεση. Βέβαια, ο βίαιος θάνατός της από πνιγμό, αποτελεί μια δίκαιη τιμωρία για όλους τους πνιγμούς που διέπραξε σε βάρος μικρών κοριτσιών κι οπότε επανέρχεται γρήγορα στην συνείδηση του αναγνώστη η ισορροπία: όπως δηλαδή η Φραγκογιαννού θεώρησε τον εαυτό της ικανό να στερήσει τη ζωή από τόσα μικρά παιδιά με τη δικαιολογία ότι τα απαλλάσσει από τα βάσανα και τις δυσκολίες της ζωής, έτσι βρίσκει κι αυτή παρόμοιο θάνατο, χωρίς να της δοθεί  ευκαιρία να απολογηθεί, αφού ούτε η ίδια έδωσε το περιθώριο στα κοριτσάκια ν’ αποφασίσουν για το μέλλον τους και να καθορίσουν τα ίδια τη ζωή τους.
Ωστόσο, θα μπορούσαν να αποδοθούν ορισμένα ελαφρυντικά στην υπόθεσή της, καθώς όπως μας αφηγείται ο Παπαδιαμάντης η ηρωίδα είχε περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια, χωρίς την αγάπη και τη φροντίδα των γονιών της. Όλες αυτές οι τραυματικές εμπειρίες, καθώς επίσης κι οι βασανιστικές στιγμές που έζησε η Φραγκογιαννού στην πορεία της ζωής της, ζώντας και δουλεύοντας μονάχα για τους άλλους, της δημιούργησαν ψυχικά τραύματα και την οδήγησαν σε πράξεις που ούτε η ίδια πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει.
Αν θέλουμε να φέρουμε στο τώρα την τραγική αυτή υπόθεση και να αναπαραστήσουμε στο σήμερα τη δίκη της ‘’Φόνισσας’’, θεωρώ πως αν είχα αναλάβει το ρόλο του δικαστή πιθανόν να προέβαινα σε αυστηρά μέτρα, επιδιώκοντας την καταδίκη της για ποικίλους λόγους. Αρχικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι συνθήκες ζωής πολλών ατόμων έχουν βελτιωθεί αρκετά σε σχέση μ’ εκείνα τα χρόνια κι επομένως δεν υφίσταται σύγκριση μεταξύ των δύο εποχών όχι μόνο ως προς τα υλικά αγαθά, αλλά κι ως προς την αντιμετώπιση των ανθρώπων για τη ζωή: έχουν καταργηθεί στερεότυπα που σήμερα μάς φαίνονται ακραία, όπως η θέση της γυναίκας στα πλαίσια της οικογένειας και της κοινωνίας και δεν είναι πλέον υποχρεωτικός ο θεσμός της προίκας. Επίσης, κατανοούμε απόλυτα ότι μια σειρά αλλεπάλληλων φόνων θα προκαλούσε πόνο και συγχρόνως οργή στον κόσμο, ο οποίος δε θα μπορούσε ν’ αποδεχτεί εύκολα το γεγονός ότι μια γυναίκα προέβη σε τέτοιες εγκληματικές πράξεις με την πρόφαση ότι βοηθά τα μικρά κορίτσια να γλιτώσουν απ’ τα βάσανα της ζωής. Άλλωστε, υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που έχουν ζήσει μοναχικά και φτωχικά, αλλά δεν σκέφτηκαν ποτέ να κάνουν κακό στον συνάνθρωπό τους, για να αισθανθούν μια λύτρωση τουλάχιστον για τα δεινά που έχουν περάσει.
     Τέλος, από τη άλλη μεριά, αν θέλουμε να εξετάσουμε βαθύτερα τα αίτια των φόνων της Φραγκογιαννούς, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι από ένα σημείο κι έπειτα άρχισε να διαταράσσεται ψυχικά, γεγονός που την έκανε να πιστεύει πως οι φόνοι γίνονται για καλό κι άρα θα ήταν σωστό να τους συνεχίσει.»  

Κοινωνιολόγοι

Ο Α. Παπαδιαμάντης, ξεδιπλώνοντας το πολύπτυχο των γυναικείων χαρακτήρων, εισάγει τη «φιλογυναικεία λογοτεχνία» στη συντηρητική κοινωνία των αρχών του 20ου αι. Τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις που οι γυναίκες προκαλούν στον Α. Παπαδιαμάντη παραμένουν συνήθως κρυμμένα πίσω από μία μοναχική και προσηλωμένη θρησκευτικότητα. Στον κοινωνικό ρόλο των γυναικών, μία κατόρθωσε να πάρει τον κύριο αλλά και καίριο πρωταγωνιστικό ρόλο, η Φραγκογιαννού, η Φόνισσα.



«Μελετώντας τα σχετικά επεισόδια της σειράς «Το σκοτεινό τρυγόνι»: 9. Η γυναίκα και ο Παπαδιαμάντης, 11. Τα δύο φύλα και 21.Οι μαθητές απέναντι στη φόνισσα, καθώς και τις σελίδες 178-193 της διδακτορικής διατριβής της Μ. Γκασούκα  για τη νουβέλα «Φόνισσα», -γράφει η Α. Πολύδωρα- «παρατηρούμε ότι παρουσιάζεται μέσα από αυτά η κοινωνική θέση των γυναικών στη σκιαθίτικη κοινωνία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ξεδιπλώνεται η κοινωνική θέση των γυναικών καθώς και διαφορές ανάμεσα στα δυο φύλα. Διαφορετικής καταγωγής γυναίκες, νησιώτισσες ή αστές, αναπτύσσουν ένα φιλογυναικείο και όχι σεξιστικό πνεύμα, το οποίο και υποστήριξε ο Α. Παπαδιαμάντης. Οι γυναίκες αποκτούν περισσότερη αυτογνωσία και θάρρος για το άτομό τους καθώς αναγνωρίζουν συγχρόνως τα δικαιώματά τους. Με αυτό τον τρόπο εξαλείφεται κατά πολύ ο συντηρητισμός απέναντι στις γυναίκες και οι κοινωνικές διακρίσεις μειώνονται. Ο Α. Παπαδιαμάντης ωστόσο πιστεύει πως οι γυναίκες δεν είναι ικανές να μάθουν γράμματα, αλλά μόνο να εκτελούν τις δουλειές του σπιτιού. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο έργο του κατάφεραν να πάρουν οι ηρωίδες της νουβέλας <<Φόνισσα>>, η γιαγιά Δελχαρώ, η μάνα Χαδούλα Φραγκογιαννού, η κόρη Αμέρσα.
Η γιαγιά Δελχαρώ έχει ενδιαφέροντα και σημαντικά χαρακτηριστικά, όπως η ανδρική ιδιοσυγκρασία της καθώς και το ισχυρότατο αίσθημα ιδιοκτησία. Αποτελεί ισχυρή μητρική γραμμή που φτάνει έως και την Αμέρσα. Κορυφαία βέβαια στιγμή της δημιουργίας της νουβέλας υπήρξε η Χαδούλα, η οποία συμπυκνώνει όλη την κυρίαρχη ιδεολογία, ηθική και αντίληψη της εποχής. Η Χαδούλα βιώνει στα παιδικά της χρόνια την έλλειψη της μητρικής αγάπης, κάτι που δικαιολογεί το δικό της ανδροπρεπή χαρακτήρα. Η καταπίεση που δέχεται, την οδηγούν σε παρανοϊκές πράξεις. Η ίδια βέβαια πιστεύει πως όλα αυτά γίνονται για να προστατέψει και να λυτρώσει τα παιδιά της αλλά και τα υπόλοιπα κορίτσια από τα βάσανα. Έτσι, εξοικειώνεται με την ιδέα του φόνου, πιστεύοντας πως αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Όλοι οι παραπάνω λόγοι οδηγούν, τέλος, την εγγονή Αμέρσα να μείνει ανύπαντρη, αφού καταλαβαίνει ότι ο γάμος είναι μια τρομακτική εμπειρία για τις γυναίκες.»
Τα βάσανα της ζωής είναι ατελείωτα. Αυτό διαπιστώνεται και από την ιστορία της γριάς της Χαρμολίνας, ηρωίδας ενός άλλου διηγήματος του Α. Παπαδιαμάντη, που έχοντας χάσει νιόπαντρη ακόμα το σύζυγό της, ανέθρεψε μόνη της τη μοναχοκόρη της, την Ασημένια, η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Ιάκωβο Ματθαίου και απέκτησε οχτώ παιδιά.  Η Χαρμολίνα ζούσε με την οικογένεια της  Ασημένιας προσφέροντας τις υπηρεσίες της …
Κ. Σίμος – Α. Στάϊκου: «Η Χαρμολίνα προσπαθεί να τα φέρει όλα εις πέρας, έτσι ώστε όλοι να είναι ευχαριστημένοι. Φροντίζει τα εγγόνια της, κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, προσέχει τις γίδες και ταυτόχρονα εκτελεί και τα θελήματα του συμφεροντολόγου γαμπρού της. Όλα αυτά βέβαια οδηγούν την Χαρμολίνα σε αδιέξοδο, αφού βλέπει πως οι συγγενείς της, την εκμεταλλεύονται. Συνεπώς, συμπεραίνουμε πως ο χαρακτήρας της Χαρμολίνας αποτελεί προδρομική μορφή της ηρωίδας Χαδούλας Φραγκογιαννούς. Υπάρχει βέβαια σημαντική διαφορά· η Χαρμολίνα θεωρεί ως λύση τη μοναστική ζωή ενώ η Φραγκογιαννού αναλαμβάνει προσωπικά την απόδοση της κοινωνικής δικαιοσύνης …»
Μ. Πετροπούλου – Δ. Ρηγούλης: «Συγκρίνοντας τη Χαδούλα Φραγκογιαννού εκτός της Χαρμολίνας με μια επίσης δυναμική μάγισσα προκάτοχό της, τη Μήδεια του Ευριπίδη, συμπεραίνουμε πως ο θεματικός άξονας των έργων αυτών, δηλ. της θέσης της γυναίκας, είναι με μικρές αποκλίσεις κοινός.
 Σε όλες τις γυναίκες απαντά η εκμετάλλευση, η κακομεταχείριση ή ακόμα και η προδοσία. Είναι και οι τρεις διατεθειμένες να πάρουν εκδίκηση χωρίς βέβαια να ενδιαφέρονται για τις συνέπειες, αφού πιστεύουν πως έχουν απόλυτο δίκιο. Παρόλα αυτά όμως, οι λόγοι που οδηγούνται σε αυτή τη πράξη είναι διαφορετικοί. Η Χαρμολίνα και η Χαδούλα Φραγκογιαννού νιώθουν αδικημένες, αφού τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τους τις εκμεταλλεύονται και βιώνουν δύσκολες καταστάσεις. Σε αντίθεση, Μήδεια ζητά εκδίκηση για το λόγο ότι ο άντρας της, ο Ιάσονας, την άφησε για να παντρευτεί την Γλαύκη. Οι δύο από τις τρεις γυναίκες αυτές λοιπόν καταφεύγουν σε παρανοϊκές πράξεις. Η Μήδεια σκοτώνει τον άντρα της και τα δυο παιδιά της, ενώ η Χαδούλα, σκοτώνει όσα κορίτσια μπορεί, έτσι ώστε να τα λυτρώσει απ’ τα βάσανά τους. Καταλήγουμε βέβαια στο συμπέρασμα ότι καμία από τις δύο γυναίκες δεν νιώθει τύψεις και ενοχές για τις πράξεις της, αφού και οι δύο πιστεύουν ότι πράττουν το σωστό.»
Από πολλούς μελετητές η Φραγκογιαννού έχει χαρακτηριστεί τραγική φυσιογνωμία. Ο Π. Στάθης εκθέτει την άποψή του τεκμηριώνοντας με σημεία του σχολικού κειμένου:
«Δεν συμφωνώ με την άποψη ότι η Φραγκογιαννού είναι τραγική φυσιογνωμία. Αποτελεί ένα παράδειγμα συνηθισμένης γυναίκας της ανδροκρατούμενης ελληνικής υπαίθρου, η θέση της οποίας ήταν υποβαθμισμένη. Παρουσιάζονται οι σκέψεις και οι πράξεις μιας ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας η οποία ανατρέχει στο παρελθόν της, δίνοντας έτσι άλλοθι στο μέλλον της, για τις αποτρόπαιες πράξεις που θα διαπράξει. Δεν πιστεύω ότι αποτελεί θύμα, αλλά απεναντίας διατηρεί πλήρη επαφή με το περιβάλλον της, γνωρίζει πως είναι αμαρτωλή και ότι διαπράττει εγκλήματα αφαιρώντας τη ζωή των αθώων αυτών θυμάτων. Νιώθει συνεχώς τύψεις μετά την τέλεση των εγκλημάτων της. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για την ανικανότητα της να βιώσει ενοχή, έστω βέβαια και αν οι τύψεις αυτές δεν ήταν στη συνέχεια αρκετές να την αποτρέψουν από νέους φόνους. Φαίνεται ότι σκότωνε για να φέρει ένα ψυχικό αντιστάθμισμα στις τεράστιες ταλαιπωρίες, που υπέστη κατά τη διάρκεια της ζωής της ως γυναίκα για να εκτονώσει το μίσος της προς την κοινωνία, αλλά και προς το ίδιο το γυναικείο φύλο, το οποίο θεωρούσε ότι έφταιγε για όλη την κατάντιά της. Η διάπραξη των φόνων είχε αυτό το  βαθύτερο κίνητρο και όχι την υποτιθέμενη λύτρωση των μικρών κοριτσιών από τα επικείμενα βάσανα της ζωής της. Η Φραγκογιαννού αναδεικνύεται ιδιαίτερα μετά την τέλεση της τελευταίας ανθρωποκτονίας ως ένα πρόσωπο με ιδιαίτερα συναισθηματική σκληρότητα και αδιαφορία στα συναισθήματα των άλλων. Πρόσωπο, το οποίο διαθέτει μεν την ικανότητα διάγνωσης του άδικου, αλλά έχει μειωμένη την ικανότητα συμμόρφωσης με την αντίληψή της για τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων της. Πρόκειται για ένα άτομο ανεξέλεγκτο και άρα άκρως επικίνδυνο για την κοινωνία όπου μόνο τραγική φυσιογνωμία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.»
Κατά την Χ. Σπυριδάκη: «Ο τίτλος “κοινωνικό μυθιστόρημα” είναι πιθανό να δόθηκε από τον Α. Παπαδιαμάντη επειδή  το έργο του “Φόνισσα” θίγει το θέμα της γυναικείας ύπαρξης στην κοινωνία της εποχής. Εμφανίζει τις γυναίκες υποδουλωμένες σε ανδροκρατούμενες αντιλήψεις, φυλακισμένες κατά κάποιον τρόπο στην ίδια τους την οικογένεια.
            Η ηρωίδα του έργου όμως, η Χαδούλα Φραγκογιαννού “επαναστατεί” στο ανδροκρατούμενο καθεστώς. Τα μέσα που χρησιμοποιεί μπορεί να είναι κάποιες φορές ανορθόδοξα, οι πράξεις της όμως δεν παύουν να είναι από τις πρώτες κοινωνικές εκδηλώσεις φεμινισμού.
            Απελπισμένη με την άδικη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η Φραγκογιαννού καταφευγει σε αποτρόπαιες πράξεις όπως ο πνιγμός μικρών κοριτσιών –συμπεριλαμβανομένης και της ιδίας της εγγενής- , θεωρώντας πως έτσι τις λυτρώνει από την μετέπειτα, βασανιστική σύμφωνα με τις απόψεις της ζωή μιας γυναίκας, στην κοινωνία του 19ου αι.
            Άλλο στοιχειό του έργου που του δίνει κοινωνικές διαστάσεις είναι η καυτηρίαση του φαινόμενου της προίκας το οποίο καταδικάζει μια φτωχή κοπέλα σε κοινωνική περιθωριοποίηση, ενώ σε μια εύπορη της ανοίγει το δρόμο για την ευτυχία ή τουλάχιστον για μια άνετη ζωή.
Τέλος, ο Παπαδιαμάντης μας δίνει ένα ακόμα στοιχείο που μας κάνει να κατατάξουμε την “Φόνισσα” στα κοινωνικά μυθιστορήματα και αυτό είναι η οικονομική εξαθλίωση που κατά την γνώμη του συγγραφέα καταδυνάστευε τον απλό λαό π.χ. θίγοντας το θέμα της φορολογίας.
            Τα παραπάνω δίνουν ποικίλες κοινωνικές διαστάσεις  στη νουβέλα, άρα ο Παπαδιαμάντης ορθά χαρακτηρίζει τη «Φόνισσα» κοινωνικό μυθιστόρημα.»

Κινητήριος μοχλός της νουβέλας (leitmotiv) είναι τα κοινωνικά στερεότυπα και οι προκαταλήψεις σε βάρος των γυναικών. Σήμερα επιβιώνουν ακόμη αρνητικά στερεότυπα για τις γυναίκες και ανισότητες με άλλη όμως μορφή π.χ. στην εκπαίδευση, στο χώρο της εργασίας κ.λ.π.  Η Μ. Ρομπότσι πλοηγήθηκε στις ιστοσελίδες του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας και της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων και κατέγραψε μέσα από τα ερευνητικά προγράμματα των δύο αυτών φορέων μορφές φυλετικών διακρίσεων και ανισοτήτων εις βάρος των γυναικών.

«Η ισότητα των φύλων αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και βασικό στόχο κάθε σύγχρονης δημοκρατικής χώρας. Σχεδόν όλοι θέλουμε μια κοινωνία στην οποία άνδρες και γυναίκες, να μοιράζονται εξίσου τα αγαθά, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα στην εργασία, στην πολιτική, στην εξουσία, στον ελεύθερο χρόνο, στη φροντίδα, στην οικογένεια και στην προσωπική ζωή. Μια κοινωνία, όπου άνδρες και γυναίκες αποφασίζουν τι θα σπουδάσουν, με τι θα ασχοληθούν, πόσα παιδιά θα κάνουν, αν θα ασχοληθούν με τα κοινά, χωρίς το βάρος των στερεοτύπων του φύλου που προδιαγράφει επαγγέλματα αμοιβές, καθήκοντα και απολαβές, αλλά και ολόκληρη τη δραστηριότητα. Σήμερα οι άνισες συνθήκες ζωής και εργασίας των ανδρών και των γυναικών επιδεινώνονται εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής κρίσης σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο. Πιστεύω ότι σε περιόδους κρίσης η αρχή της ισότητας των φύλων δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βασική συνιστώσα της αναπτυξιακής, κοινωνικής και πολιτιστικής πολιτικής με την οποία επιχειρείται η διέξοδος από την κρίση.  

Η κρίση πλήττει περισσότερο τις αδύναμες ομάδες του πληθυσμού , στις οποίες οι γυναίκες υπερεκπροσωπούνται. Μεγάλες κατηγορίες γυναικών αντιμετωπίζουν πολλαπλές διακρίσεις. Κυρίως όταν οι διακρίσεις λόγω φύλου διαπλέκονται και ισχυροποιούνται από διακρίσεις που οφείλονται σε μορφές κοινωνικής ανισότητας (κοινωνική τάξη, εθνική καταγωγή, αναπηρία, ηλικία, σεξουαλικές προτιμήσεις, απομακρυσμένος τόπος διαμονής κ.λπ.). Οι άνεργες, οι μετανάστριες, οι νέες, οι ανύπαντρες μητέρες, οι γυναίκες με αναπηρίες, οι γυναίκες των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, οι Ρομά και οι γυναίκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών αποτελούν ομάδες γυναικών, οι οποίες είναι περισσότερο ευάλωτες, όχι μόνο στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, αλλά και στην άσκηση ανδρικής βίας σε όλες τις μορφές της. Θεωρώ ότι είναι πλέον αναγκαιότητα οι δημόσιες παρεμβάσεις να θέσουν σε απόλυτη προτεραιότητα αυτές τις κατηγορίες των γυναικών.

Παλαιότερα οι γυναίκες έπεφταν θύματα ρατσισμού, βιαιοπραγίας από τους άνδρες τους, διότι τότε η γυναίκα ήταν σε μια κατώτερη θέση λόγω φύλου. Ο άνδρας ήταν αυτός που θα δούλευε και θα έφερνε λεφτά στο σπίτι, αυτός ήταν που θα έπαιρνε τις αποφάσεις και αν του έφερνε αντίρρηση η γυναίκα σήκωνε χέρι πάνω της. Σύμφωνα με το νόμο όποιο παιδί γεννιόταν κορίτσι ήταν μειονέκτημα και ένα βάρος για την οικογένεια, διότι όταν θα παντρευόταν έπρεπε να δώσει μια ικανοποιητική προίκα.»
Η Α. Πύρου αναζήτησε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (και εναλλακτικά στο διαδίκτυο) τους παρακάτω όρους και σχημάτισε για κάθε λέξη από μια πρόταση στην οποία φαίνεται η σημασία της:

Όροι
Ορισμοί –Προτάσεις
Φεμινισμός
Αντίληψη σύμφωνα με την οποία η γυναίκα θεωρείται ίση και ισότιμη με τον άντρα σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής
π.χ. Οι απόψεις του φεμινισμού άρχισαν να κερδίζουν έδαφος στην Ελλάδα μετά το 1970.
Σεξισμός
Διάκριση με βάση το φύλο, όρος που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από το φεμινιστικό κίνημα για να δηλώσει την εξουσιαστική τάση των ανδρών πάνω στις γυναίκες και τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, ως απόρροια της ανδροκρατικής νοοτροπίας
π.χ. Ο σεξισμός στην ελληνική κοινωνία φαίνεται ότι ξεκινάει από την οικογένεια.
Γυναικείες σπουδές
Η διεύρυνση γνώσεων των γυναικών σε νέο επίπεδο μελέτης
π.χ. Οι γυναικείες σπουδές αναπτύχθηκαν βασιζόμενες στο φεμινισμό.
Γυναικείο ζήτημα
Η καταπίεση του γυναικείου φύλου και η ανισοτιμία με το ανδρικό φύλο
π.χ. Η ρίζα του γυναικείου ζητήματος είναι η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας με την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
Ενδοοικογενειακή βία
Η πίεση (υλική ή ψυχική) που ασκεί κάποιο μέλος της οικογένειας σε κάποιο άλλο μέλος  για να του επιβάλλει τη δική του άποψη
π.χ. Η ενδοοικογενειακή βία προκαλείται από σεξιστικές συμπεριφορές και αντιλήψεις και βασίζεται στις διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα.

Λαογράφοι


Η ιστορία της Φραγκογιαννούς έχει ως κινητήριο μοχλό το θεσμό της προίκας. Ξενυχτώντας στο προσκέφαλο της νεογέννητης εγγονής της η Φραγκογιαννού θυμάται το γάμο της και την αδικία εις βάρος της από τους γονείς της στην κατανομή των περιουσιακών στοιχειών της πατρικής οικογένειας. Πεθαίνοντας η τελευταία εικόνα που παίρνει μαζί της είναι το «προικιό της»:


«Τά κύματα φούσκωσαν γρίως, ὡς νά εχον πάθος. κάλυψαν τούς μυκτήρας καί τά τα της. Τήν στιγμήν κείνην τό βλέμμα τς Φραγκογιαννος ντίκρυσε τό Μποστάνι, τήν ρημον βορειοδυτικήν κτήν, που τς εχον δώσει ς προίκα να γρόν, ταν νεανίδα τήν πάνδρευσαν καί τήν κουκούλωσαν, καί τήν καμαν νύφην ο γονες της.
! Νά τό προικιό μου! Επε.
Αταί πήρξαν α τελευτααι λέξεις της.»

Η Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα παρέχει για την «ορολογία της προίκας» τους ακόλουθους ορισμούς. Η μαθήτρια Δ. Τοπαλίδου αναζήτησε δυνατές χρήσεις των λέξεων σε προτάσεις από τα Σώματα Κειμένων του «Ηλεκτρονικού Κόμβου για την υποστήριξη των διδασκόντων την Ελληνική Γλώσσα» ή του Εθνικού θησαυρού της Ελληνικής Γλώσσας και των Σωμάτων Κειμένων της Πύλης για την Ελληνική Γλώσσα ή εναλλακτικά από το διαδίκτυο και σχημάτισε για κάθε λέξη από μια δική της πρόταση:
Όροι
Ορισμοί- Δυνατές Χρήσεις
Προίκα
Ορισμοί
1. τα περιουσιακά στοιχεία που προσφέρονταν από τη νύφη στο γαμπρό με το γάμο, ως συμβολή στην αντιμετώπιση των οικογενειακών βαρών: Ο θεσμός της προίκας έχει καταργηθεί νομικά.
2. η κινητή ή ακίνητη περιουσία που συνεισφέρει η νύφη στη νέα της οικογένεια
 3. τα προσωπικά είδη της νύφης, το κινητό μέρος της προίκας
4. κτ. το οποίο κρίνεται ως απαραίτητο, ως αναγκαίο για να ξεκινήσει ή να λειτουργήσει καλά.
Δυνατές Χρήσεις
-Ταυτόχρονα η εταιρία διαχείρισης των εκθέσεων και των πολιτιστικών εκδηλώσεων μπορεί, έχοντας την αποκλειστική χρήση των ακινήτων της Έκθεσης για 15ετία ως τεράστια προίκα της, να αξιοποιήσει αυτά τα ακίνητα οργανώνοντας ρεστοράν, καφετέριες, συναυλιακούς χώρους, οργανώνοντας με λίγα λόγια έναν δεύτερο "Μύλο" ή μια δεύτερη "περιοχή Λαδάδικων", δραστηριότητες φυσικά πολύ κερδοφόρες.
-Έτσι έγραψε το βιβλίο "Μια προίκα αμανάτι" που εκδόθηκε στην Τουρκία και αυτό τον καιρό μεταφράζεται στα γερμανικά.
-Μια προίκα απ' το Χονάζ ενώνει Τούρκους και Ρωμιούς
-Οι πυροσβέστες, αν και πήραν με το συγκεκριμένο νόμο όλη την "προίκα" της δασικής υπηρεσίας, δεν ήταν σε θέση όχι να κατασβήσουν τις φωτιές, αλλά ούτε καν να επιτηρήσουν επαρκώς τα δάση.
-Κι αυτό διότι ανακαλύπτει ότι πρόκειται για έναν κοινό προικοθήρα, ο οποίος παζαρεύει την προίκα της, για να τη νυμφευθεί.
Πρόταση
Στην αρχαιότητα η προίκα συνίσταται από δούλους, χρήματα, πολύτιμα αντικείμενα ή ακόμα και σπίτια ή γη.
Προικοσύμφωνο
Ορισμός
Συμβόλαιο που γινόταν μεταξύ του γαμπρού και των γονέων (ή της ίδιας) της νύφης και που περιείχε κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων που δίνονταν ως προίκα.
Δυνατές Χρήσεις
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το προικοσύμφωνο συντασσόταν πριν από το γάμο και περιλάμβανε την προίκα που παραδινόταν στο γαμπρό.
Πρόταση
Ήδη από την αρχαιότητα πριν παντρευτούν δύο άνθρωποι όριζαν την προίκα η οποία καταγραφόταν στο προικοσύμφωνο που υπέγραφαν.
Γαμήλιο συμβόλαιο
Ορισμός
Συμβόλαιο μεταξύ του γαμπρού και της νύφης που τους εξασφαλίζει τα δικαιώματά τους σε περίπτωση χωρισμού.
Πρόταση
Το γαμήλιο συμβόλαιο υπογράφεται με παρουσία δικηγόρου.
Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης
Ορισμός
Επίσημο έγγραφο συμβίωσης που υπογράφουν δύο νέοι χωρίς να έχουν δεσμεύσεις.
Πρόταση
Στην εποχή μας, όλο και περισσότεροι νέοι παίρνουν την απόφαση να μην παντρευτούν αλλά να υπογράψουν ένα σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης.
Κανακαρά
Ορισμός
1. Για παιδί πολύ χαϊδεμένο, που του ικανοποιούν όλες τις επιθυμίες και του προσφέρουν όλες τις δυνατές ανέσεις.
2. Η πρωτότοκη κόρη κάθε οικογένειας, που είχε ιδιαίτερη ενδυμασία, στολισμό και κληρονομικά δικαιώματα.
Δυνατές Χρήσεις
Δεν λέει τα κακά νέα στο γιο της γιατί φοβάται μήπως πληγωθεί ο κανακάρης της.
Πρόταση
Το γιο της τον έχει πολύ χαϊδεμένο. Είναι ο κανακάρης της μάνας του.

Επίσης η Δ. Τοπαλίδου αναζήτησε περιπτώσεις γάμων που ακυρώθηκαν πριν την τέλεσή τους εξαιτίας της προίκας. Παρακολουθήστε τη συναρπαστική αφήγηση:
«Το 1953 στο χωριό Πλατανιά της Δράμας συνέβη το ακόλουθο περιστατικό: Ένας νεαρός ονόματι Περικλής ήταν ερωτευμένος με μια όμορφη κοπέλα από το χωριό του που την έλεγαν Θεοπούλα. Αυτοί οι δυο νέοι κάποια στιγμή αποφάσισαν να παντρευτούν. Έτσι ο Περικλής πήρε την απόφαση να πάει στους γονείς της να τους γνωρίσει και να ζητήσει την κοπέλα σε γάμο. Οι γονείς της συμφώνησαν και όρισαν ημερομηνία να συναντηθούν με τους γονείς του γαμπρού έτσι ώστε να συζητήσουν το θέμα της προίκας. Όταν έγινε η συνάντηση, συμφωνήθηκε και από τις δύο πλευρές να δώσουν οι γονείς της νύφης 150 πρόβατα και 25 λίρες. Αφού έγινε ο γάμος και οι νεόνυμφοι πήγαν στο σπίτι τους και άρχισαν να ζουν μια φυσιολογική ζωή, οι γονείς της νύφης δεν κράτησαν την υπόσχεσή τους σχετικά με το θέμα της προίκας. Γι' αυτό το λόγο, οι γονείς του γαμπρού προσβλήθηκαν με αποτέλεσμα να χαλάσει ο γάμος και η νύφη να γυρίσει στους δικούς της παρά τον μεγάλο έρωτα των δύο νέων.»       
Ο Α. Τσιφάκας μελέτησε τα άρθρα της Α. Ξένου-Βερνάρδου και του Κ. Μπέη στον ημερήσιο τύπο με αφορμή την επίσημη κατάργηση της προίκας το 1981 και μας πληροφορεί για την νομική υπόσταση της γυναίκας πριν και μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας.
«Προίκα ήταν η περιουσία που δινόταν από τον πατέρα ή σε αδυναμία του πατέρα από τη μητέρα ή και από την ίδια τη γυναίκα ή και από κάποιο τρίτο πρόσωπο στον άντρα για να τον ανακουφίσει από τα βάρη του γάμου.
Η προίκα έπρεπε να είναι ανάλογη με την περιουσία και την κοινωνική θέση του πατέρα αλλά και του συζύγου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, που αντικείμενο της προίκας ήταν ακίνητο, αν δεν είχε συμφωνηθεί ότι ο άντρας θα έχει την πλήρη κυριότητα, η γυναίκα διατηρούσε την ψιλή κυριότητα, αλλά ο νόμος τη θεωρούσε ανίκανη να διαχειριστεί την περιουσία της. Έτσι ο άντρας ήταν εκείνος που είχε τη διοίκηση, τη διαχείριση και καρπωνόταν τα εισοδήματα.
Για να πουλήσει το ακίνητο έπρεπε ο σύζυγος να ζητήσει άδεια από το δικαστήριο, που δινόταν αν συμφωνούσε η γυναίκα και μόνο αν υπήρχε η μεγάλη ανάγκη ή προφανής ωφέλεια για την οικογένεια.
Σε περίπτωση αδικαιολόγητης άρνησης του πατέρα να χορηγήσει προίκα, η κόρη είχε δικαίωμα να προσφύγει κατά του πατέρα της στο δικαστήριο και να τον υποχρεώσει να συστήσει προίκα»
Τι γινόταν στην πραγματικότητα. Ο θεσμός της προίκας γινόταν  ένα καρκίνωμα στους κόλπους της ελληνικής οικογένειας. Γάμοι από οικονομικό συμφέρον, εκβιασμοί, «παζάρια» για το ύψος της προίκας, ματαιώσεις γάμων από «φιλότιμο», επειδή η προίκα ήταν μικρή ή μικρότερη από τα... υπεσχημένα, διαζύγια - αν η οικογένεια της νύφης δεν έδινε αρκετά, έστω μετά το γάμο - υποτιμητικές και για την αξιοπρέπεια των δυο νέων καταστάσεις, «αγορά» του γαμπρού, κοπέλες που έμεναν ανύπαντρες, γιατί δεν είχαν προίκα... Αυτά ήταν μόνο μερικά από τα «δεινά» που επέφερε ο θεσμός στην ελληνική κοινωνία - και όχι μόνο στις γυναίκες. Γιατί και ο άντρας γινόταν συχνά θύμα, όταν έμενε ανύπαντρος για να προικίσει - ή μέχρι να παντρέψει τις αδελφές του, όταν έπρεπε να δουλεύει σκυλίσια για να προικίσει περισσότερο μια αδελφή που δεν ήταν πια... παρθένα ή όταν η σύζυγος με τη μεγάλη προίκα του φερόταν υποτιμητικά και βέβαια δεν καταδεχόταν να εργαστεί επαγγελματικά. Η προίκα ήταν ιδιαίτερα δυσβάσταχτη για τις φτωχές λαϊκές οικογένειες, γι' αυτό και η γέννηση κοριτσιού συχνά θεωρούνταν συμφορά. ‘Oλες αυτές οι καταστάσεις είχαν την απήχησή τους στην ελληνική λογοτεχνία και στον κινηματογράφο.
Με τον καιρό καταργήθηκε η αγορά και η συμφωνία γαμπρού και πεθερού περιοριζόταν στο να δοθεί η νύφη με όλα τα φορέματα και τα κοσμήματα της, καθώς και με τα άλλα αντικείμενα της προσωπικής της χρήσης (τα «μείλια»). Οι οικογένειες ήταν ακόμη αγροτικές. Με την καλλιέργεια του αγρού από τον άν­τρα και τους δούλους του. η οικογένεια είχε αρκετά εισοδήματα, ανάλογα με τις σχεδόν ανύπαρκτες δαπάνες της εποχής εκείνης. Όταν όμως σχηματίστηκαν και μεγάλωσαν οι πόλεις, τότε αυξήθηκαν οι δαπάνες που επέβαλλαν οι καινού­ριες συνθήκες κοινωνικής συμβίωσης κυρίως, με τα έξοδα πολυτελούς διαβίω­σης. Κάτω λοιπόν από την πίεση των καινούριων αυξημένων δαπανών που απαι­τούσε η εγκατάσταση και η διαβίωση στην πόλη, οι γαμπροί δε θεωρούσαν πια αρκετά τα «μείλια». δηλαδή τα αντικείμενα της προσωπικής χρήσης της γυναί­κας που έπαιρναν, αλλά ζητούσαν από τον πεθερό όλο και μεγαλύτερη οικονομι­κή ενίσχυση. Έτσι διαμορφώθηκε ο θεσμός της προίκας, ως αναγκαίο επακό­λουθο των καινούριων δομών της αστικής κοινωνίας και οικονομίας.
Σήμερα κάτω από τον υπότιτλο: «Η προίκα καταργήθηκε» διαβάζουμε: «Τι ισχύει: Οι προίκες που είχαν αντικείμενο ακίνητο και είχαν δοθεί από παλιά μέχρι σήμερα επιστρέφονται από την ισχύ του νόμου αυτοδίκαια στις γυναίκες, χωρίς να χρειαστεί κανενός είδους έγγραφο ή άλλη διαδικασία ούτε να πληρωθεί κανένας φόρος ή τέλος. Προίκες που το αντικείμενό τους ήταν κινητά και σώζονται στην περιουσία του άντρα επιστρέφονται αυτοδίκαια στη γυναίκα. Προίκες που είχαν αντικείμενο χρήματα δεν επιστρέφονται παρά μόνο αν συμφωνήσουν διαφορετικά οι σύζυγοι. Μετά την κατάργηση της προίκας και για να ενισχυθούν οι νέοι, αγόρια και κορίτσια, στο ξεκίνημα αλλά και στη διατήρηση της οικογενειακής τους ζωής ή της επαγγελματικής και οικονομικής τους δραστηριότητας προβλέπεται μειωμένη φορολογία (το 50% του φόρου δωρεάς) για περιουσιακές παροχές γονιών προς τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια, μέχρι τα πέντε εκατομμύρια δραχμές (5.000.000) (σ.σ.: Από τότε, το ποσόν αυτό αναπροσαρμόστηκε οκτώ φορές και σήμερα είναι 90.000 ευρώ, αυτοτελώς για κάθε γονέα).»
Τα προικοσύμφωνα αποτελούν πολύτιμη πηγή αρχειακού υλικού και προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες όχι μόνο για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων ενός τόπου ή μιας ιστορικής περιόδου αλλά και την οικονομική δραστηριότητα και την κοινωνική τους θέση. Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών (ΙΜΣ ΙΤΕ), όπου στο πρόγραμμα της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Κρήτης Α. Κάσδαγλη "Γαμήλια συμβόλαια στον ελληνικό χώρο 1500-1830" περιλαμβάνονται περισσότερα από 3000 προικοσύμφωνα από ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Ο μαθητής Κ. Φώτογλου συνέλεξε ένα «ενδιαφέρον» προικοσύμφωνο.
«Ενδιαφέρον παρουσιάζει το προικοσύμφωνο ανάμεσα στις οικογένειες Μαθά και Γαβαλά της 24-10-1741 σύμφωνα με το χριστιανικό ημερολόγιο με τίτλο «Σινίβαση ηπαντρίας» και νομική αναφορά στην εκκλησία. Το συμβόλαιο γράφτηκε στο Μερεβίγλι (Μεροβίγλι) Σαντορίνης από τον Καντζελάριο Σαντορίνης Νικολό Γίζη και ορίζει τα ακόλουθα:
      Οι προικοδότες Μαθάς Ζαχαρίας και Γαβαλάς Νικολάκης μεταβιβάζουν στην προικολήπτη Ερινιό 200 γρόσια και επιπλέον τρεις εικόνες αγιογραφίας, τρεις κατοικίες, τρεις κασέλες, ένα ζευγάρι σκολαρίκια, μποτόνι τριών λεμοσών, τρία δακτυλίδια, ένα κρεβατοστρώσι, γουνερό και επίλοιπα είδη ρουχισμού, έξι χωράφια εκ των οποίων το ένα έχει μέγεθος 50 μουζουρίων, ένα θολάκι, μια εκκλησία, μία κάμαρα, ένα κατόγι, μία σεντούκα, μια καναβέτα, έναν πάγκο, μία κούπα, μία κανάβα, ένα βόδι, ένα κτήνο, ένα πρόβατο και ένα ατζάλι. Όρος του συμβολαίου αξιώνει για την περίπτωση που το ζεύγος δεν αποκτήσει παιδί, η κληρονομία της Ερινιός να μεταβιβάζεται κατ’ επιθυμία της μάνας.
      Μάρτυρες της συμφωνίας ορίζονται οι Αντώνης Γαβαλάς, ποτέ Αντωνάκης Γαβαλάς και ο συμβολαιογράφος και Καντζελάριος Σαντορίνης Νικολός Γίζης.»
             «Στην Όλυμπο της Καρπάθου καθιερώθηκε ένα έθιμο που συγκέντρωσε πολλές περιουσίες σε λίγους ανθρώπους. Το έθιμο αυτό ονομάζεται κανακαριά, και σύμφωνα με αυτό τα πρωτότοκα παιδιά αποκτούν το σύνολο της περιουσίας των γονιών τους, χωρίς να αφήνουν τίποτα για τα υπόλοιπα παιδιά τους. Ο πρωτότοκος γιος έπαιρνε όλη την περιουσία του πατέρα του και η πρωτότοκη κόρη όλη την περιουσία της μητέρας της. Η μόνη υποχρέωση των κανακάρηδων ήταν να δώσουν στα παιδιά του αντίστοιχου φίλου το όνομα του γονιού από τον οποίο κληρονομούσε τα περιουσιακά στοιχεία.
Το έθιμο αυτό καθιστούσε άτομα της ίδιας οικογένειας πλούσια και φτωχά και κατάστρεψε την κοινωνική δομή της κοινότητας μετατρέποντάς την σε καθαρά ταξική.  Έτσι δημιουργείται μια ανώτερη τάξη πρωτότοκων «κανακάρηδες» και «κανακαρές», και η οικονομικά κατώτερη τα «στερνόπαιδα» που δεν της ανήκει τίποτα και αναγκάζεται να μεταναστέψει πρός την Αθήνα, την Αφρική, και μετέπειτα μαζικά την Αμερική. Οι απόκληρες κόρες που δεν μπορούσαν να ξενιτευτούν, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να γίνουν δούλες στο νοικοκυριό της πρωτότοκης αδερφής τους.» (Ι. Τσιράκογλου)
            Το θεσμό της προίκας έχουν ως κεντρικό θέμα δύο ακόμη έργα που γράφτηκαν σχεδόν την ίδια εποχή με τη «Φόνισσα»: Α. Λασκαράτος, Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς [απόσπασμα «Η προίκα»], Κ. Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα. Οι μαθητές συγκρίνουν τα έργα και παρατηρούν:

Μ. Χατζηαθανασιάδου – Ε. Τσιπίδου: Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Α. Λασκαράτος, Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς [απόσπασμα «Η προίκα»]
«Στα δυο αυτά κείμενα παρατηρούμε ομοιότητες αλλά και διαφορές.
 Μια από τις ομοιότητες είναι η εξής: ότι και στα δυο αποσπάσματα, βλέπουμε ότι, χωρίς τη θέληση των γυναικών θέλουν να τις παντρέψουν.
            Άλλες ομοιότητες μεταξύ των κειμένων είναι οι εξής: 1. Οι θυγατέρες είναι βασανισμένες γυναίκες και δούλες του σπιτιού.  2. Και οι δυο συγγραφείς έχουν αναφέρει στα κείμενα τους τρόπους παρασκευής εδεσμάτων, ποτών και φίλτρων που έχουν σκοπό την ίαση μιας αρρώστιας.
            Μερικές από τις διαφορές που εντοπίσαμε στο κείμενο είναι ότι στην Φόνισσα, η κόρη έχει πολύ μικρή προίκα, ενώ σε αντίθεση στην «Προίκα» η κόρη πρέπει να κερδίσει την προίκα της με σκληρό κόπο και εργασία στα χωράφια.
            Επίσης μια ακόμα διαφορά είναι πως στη Φόνισσα ο γαμπρός είναι ανίκανος και άβουλος και παίρνει μια μικρή προίκα, ενώ στο άλλο κείμενο η προίκα είναι επαρκής για την εύρεση ενός καλού γαμπρού.
            Τέλος, στην Φόνισσα παρατηρούμε ότι η γυναίκα ήταν πολύ υποβαθμισμένη εκείνη την εποχή σε αντίθεση με την «Προίκα» που το μόνο που θέλουν οι γονείς για την κόρη τους είναι ένα καλύτερο μέλλον»

Χ. Πετρίδου: Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Κ. Θεοτόκης «Τιμή και το χρήμα»
«Μελετώντας τα έργα η ‘’Φόνισσα’’ του Παπαδιαμάντη κι ‘’η Τιμή και το Χρήμα’’ του Θεοτόκη, εντοπίζουμε τόσο ομοιότητες όσο και διαφορές σχετικά με το γραμματειακό είδος τους, τις τεχνικές που χρησιμοποιούν οι δημιουργοί τους, την ταυτότητα των δύο φύλων, το θέμα τους, αλλά και τα πρόσωπα – χαρακτήρες που συμμετέχουν σ’ αυτά.
Αρχικά, οφείλουμε να επισημάνουμε πως και τα δυο έργα είναι εκτενή διηγήματα (νουβέλες), νατουραλιστικού περιεχομένου, γι’ αυτό και παρουσιάζεται η φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας κι ο ακραίος ρεαλισμός, προβάλλεται η κακή πλευρά της ζωής με τα δεινά της και τα τρωτά της ανθρώπινης ύπαρξης, τονίζεται ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα εξωτερικών – κληρονομικών δυνάμεων, εσωτερικών διαθέσεων και παρορμήσεων της στιγμής.
Επίσης, όσον αφορά τις αφηγηματικές τεχνικές, συμπεραίνουμε πως και στην ‘’Τιμή και το Χρήμα’’ και στη ‘’Φόνισσα’’, χρησιμοποιείται γλώσσα δημοτική στο μεν πρώτο συνδυασμένη με το ιδίωμα της Κέρκυρας, στο δε δεύτερο με την ιδιότυπη καθαρεύουσα που έχει διαμορφώσει ο δημιουργός κυρίως στα αφηγηματικά και περιγραφικά μέρη του διηγήματος. Επιπλέον, το ύφος και στα δύο είναι φυσικό, απλό και συγχρόνως παραστατικό με αρκετά λυρικά στοιχεία: έντονη, βέβαια, είναι η απουσία εντυπωσιακών σχημάτων λόγου.
Ακόμα, η αφήγηση γίνεται σε γ’ πρόσωπο με μηδενική εστίαση κι από παντογνώστες αφηγητές, οι οποίοι χρησιμοποιούν κυρίως διήγηση και διάλογο, που προσθέτει δραματικότητα. Η αφήγηση ακολουθεί συλλογιστική πορεία, είναι δηλαδή γραμμική, ωστόσο στη Φόνισσα παρακολουθούμε κι αναδρομές στο παρελθόν, καθώς η Χαδούλα θυμάται περασμένα γεγονότα, όπως η συζήτηση με τις γυναίκες της γειτονιάς για την σπανιότητα των αντρών και την πληθώρα των γυναικών (Β’ ενότητα).
Ωστόσο η κυριότερη ομοιότητα των δύο έργων είναι η ταυτότητα των δύο φύλων και συγκεκριμένα η υποδεέστερη θέση της γυναίκας, η οποία στη ‘’Φόνισσα’’ προβάλλεται μέσα από τους πνιγμούς και τα εγκλήματα που διαπράττει η Φραγκογιαννού, καθώς έτσι πιστεύει ότι θα γλιτώσει τα μικρά κορίτσια από τα βάσανα της ζωής κι απ’ όλα όσα η ίδια πέρασε όντας συνεχώς υπηρέτρια των άλλων και ζώντας μες τη φτώχεια, την στέρηση, τον κατατρεγμό, ενώ στην ‘’Τιμή και το Χρήμα’’ η υποταγή της γυναίκας στον άνδρα φαίνεται από το παζάρεμα που γίνεται για την προίκα της Ρήνης ανάμεσα στη μητέρα της και τον άνδρα που αγαπά. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως τα χρόνια εκείνα οι γυναίκες δεν είχαν το δικαίωμα να αποφασίζουν μόνες τους και να προγραμματίζουν τη ζωή τους, αλλά ήταν όργανα στα χέρια των ανδρών, πόσο μάλλον όταν δε διέθεταν προίκα. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί πως δεν παραλείπεται σε ορισμένα χωρία να υπογραμμιστεί ο δυναμισμός κι η αποφασιστικότητα των γυναικών, όπως συμβαίνει με την σιόρα Επιστήμη και τη Φραγκογιαννού, οι οποίες αγωνίζονται μόνες τους, χωρίς τη βοήθεια των ανδρών τους, για την συντήρηση της οικογένειάς τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποφασιστικότητας αποτελεί κι η Ρήνη, που αρνείται να γίνει υπόδουλη του χρήματος κι έτσι επιλέγει να διαλύσει την σχέση της με τον Αντρέα, να εγκαταλείψει το σπιτικό της και να μεγαλώσει μόνη της το παιδί της, αντιμετωπίζοντας την κοινωνική κατακραυγή ως ανύπαντρη μητέρα.
Φυσικά, δε θα μπορούσαν να λείπουν κι οι διαφορές, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στο χώρο που εξελίσσονται τα δρώμενα και στην υπόθεση των έργων. Όσον αφορά την ‘’Τιμή και το Χρήμα’’ τα γεγονότα διαδραματίζονται στην Κέρκυρα και το βασικό θέμα είναι το παζάρεμα μεταξύ μάνας και ανδρός για την προίκα της κόρης, ενώ τη δράση της Φραγκογιαννούς την παρακολουθούμε στο νησί της Σκιάθου, όπου και κυριαρχείται από την εγκληματική ιδέα της βρεφοκτονίας και διαπράττει μια σειρά από φόνους μικρών κοριτσιών, θεωρώντας τις πράξεις της αυτές θεάρεστες.»

Α. Πολύδωρα : Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Κ. Θεοτόκης «Τιμή και το χρήμα»
«Μελετώντας τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, συμπεραίνουμε πως παρουσιάζουν τόσο αρκετές ομοιότητες μεταξύ τους όσο και διαφορές ως προς το γραμματειακό είδος, το θέμα και το περιεχόμενο, την τεχνική, την ταυτότητα των δυο φύλων.                                           
Συγκρίνοντας τα δυο κείμενα ως προς το γραμματειακό τους είδος, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι και τα δυο κείμενα είναι εκτενή διηγήματα ή αλλιώς νουβέλες, τα οποία όμως βέβαια σχετίζονται με δυο εντελώς διαφορετικά θέματα. Το μεν πρώτο, «Η Φόνισσα» εξιστορεί τη ζωή της Χαδούλας ή αλλιώς Φραγκογιαννούς που κυριαρχείται από την εγκληματική ιδέα της βρεφοκτονίας και διαπράττει μια σειρά από φόνους μικρών κοριτσιών. Στο δε δεύτερο βέβαια, <<Η Τιμή και το Χρήμα>> περιγράφεται το ειδύλλιο της Ρήνης και του Ανδρέα, στο οποίο όμως εμπλέκεται η χρηματική ανάγκη. Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει παράλληλα και το κυρίαρχο ρόλο που αποτελούσε το χρήμα όχι μόνο στη καθημερινή ζωή και τις υλικές ανάγκες των ανθρώπων αλλά και στη μεταβολή των αισθημάτων τους με βάση αυτό.
Όσον αφορά όμως το περιεχόμενό τους, τα δυο αυτά διηγήματα παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες. Εξιστορούν καθημερινά θέματα σε σχέση με τον κοινό άνθρωπο και τις κοινές εμπειρίες σε συνδυασμό με τον κοινωνικό προβληματισμό της εποχής. «Η Φόνισσα» βέβαια έχοντας κυρίως ψυχογραφικό χαρακτήρα, όπως είχε αναφέρει και ο Λίνος Πολίτης, μας παρουσιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις μιας ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας. Ο Κ. Θεοτόκης, σε αντίθεση, θέλοντας να τονίσει τη χρηματική ανάγκη της εποχής, χρησιμοποιεί νατουραλιστικές τεχνοτροπίες καθώς και πολλά ρεαλιστικά στοιχεία. Η τεχνική του έργου περιλαμβάνει γρήγορη εναλλαγή των γεγονότων, ενώ ο χρόνος κυλά γραμμικά και ο διάλογος αποτελεί κυρίαρχο αφηγηματικό τρόπο στα περισσότερα μέρη του διηγήματος. «Η Φόνισσα» απ’ την άλλη μεριά, είναι γραμμένη στη καθαρεύουσα, ενώ ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός. Η μηδενική εστίαση του επιτρέπει να γνωρίζει κάθε τι που αφηγείται καθώς περιγράφει τις αναδρομές και τις αναμνήσεις της ηρωίδας στα γεγονότα του παρελθόντος. Γι’ αυτό το λόγο και ο χρόνος της αφήγησης δεν είναι ευθύγραμμος.
Σύμφωνα με όλα αυτά μπορούμε να συμπεράνουμε χαρακτηριστικά των ηρώων των δυο διηγημάτων. Ο Αλ. Παπαδιαμάντης παρουσιάζει την κυρίαρχη μορφή του έργου του, τη Χαδούλα, ως μία κατατρεγμένη γυναίκα με πολλές δυσκολίες στη ζωή. Η ίδια είχε βιώσει, όπως πολλές άλλες γυναίκες, το κοινωνικό ρατσισμό, αφού στη τότε κοινωνία η μόνη αρμοδιότητα των γυναικών ήταν να υπηρετούν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Θέλοντας έτσι να απαλλάξει τα μικρά κορίτσια απ’ τα μελλοντικά τους βάσανα, διαπράττει μια σειρά φόνων, πιστεύοντας πως οι πράξεις της είναι θεάρεστες. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι προβληματισμένη για τη θέση της γυναίκας, προσπαθεί να διορθώσει τη φύση αλλά ταυτόχρονα είναι σκληρή και κυνική, αφού δεν νιώθει τύψεις για κανένα απ’ τους τέσσερις φόνους. Ο Κ. Θεοτόκης παρουσιάζει τα πρόσωπα του διηγήματος του ως θύματα των περιστάσεων και του κοινωνικού συστήματος, τα οποία όμως δεν έχουν προσωπική ευθύνη για τη δυστυχία τους, αφού είναι ανίκανοι να αντισταθούν απέναντι στις κοινωνικές προκαταλήψεις. Η κυρά Επιστήμη, γυναίκα δυναμική, αυταρχική, υπεύθυνη, έχει αναλάβει όλες τις ευθύνες της οικογένειας, αφού ο άντρας της είναι ανίκανος και μέθυσος. Με την ιδιαίτερη ικανότητά της στην οικονομική διαχείριση, αποταμιεύει χρήματα για την αποκατάσταση των παιδιών της, χωρίς να θέλει να αδικήσει κανένα όσον αφορά το χρηματικό ποσό που θα δώσει στο καθένα από αυτά. Συσχετίζοντας τη προσωπικότητά της με το τίτλο «Τιμή και Χρήμα», δίνει μεγάλη αξία στο χρήμα, που αποτελεί σκοπό της ζωής της, παράλληλα όμως αναγνωρίζει την αξία της τιμής και της επίμονης εργασίας ως μέσο αντιμετώπισης των αναγκών της ζωής. Η Ρήνη, ως κόρη της κυρά Επιστήμης, είναι και αυτή ανιδιοτελής, εργατική και με αγνά συναισθήματα. Δίνει μεγάλη αξία στην αληθινή αγάπη, αφού για χάρη της παραβιάζει όλους τους κώδικες τιμής που της επιβάλλουν οι κοινωνικές συνθήκες. Τέλος, σε σχέση με τις δύο γυναίκες της νουβέλας, ο Αντρέας ως υστερόβουλος, ανεύθυνος και ιδιοτελής εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να κερδίσει χρήματα, αφού τον βλέπουμε καθ’ όλη τη διάρκεια του διηγήματος να προσπαθεί να παζαρέψει την αγάπη του μέσω στυγνών εκβιασμών. Όπως κάθε άλλος άνδρας της εποχής, έτσι και ο Αντρέας έχει ως ανώτερο σκοπό την οικονομική του αποκατάσταση καθώς και την αποκατάσταση του ονόματός του.»

Ε. Τόλιου: Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Κ. Θεοτόκης «Τιμή και το χρήμα»
«Και στα δύο κείμενα, ανεξαρτήτως της διαφορετικής τους χρονολογίας που είναι γραμμένα, διακρίνονται αρκετές ομοιότητες. Οι δύο συγγραφείς τονίζουν την κοινωνική θέση της γυναίκας εκείνης της εποχής, καθώς και τις δυσκολίες που περνούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Και στα δύο διηγήματα οι γυναίκες θα πρέπει να υποτάσσονται στους άνδρες, στα παιδιά τους αλλά και στα εγγόνια τους. Βασική προϋπόθεση για κάθε γυναίκα είναι η προίκα για την οποία γίνεται μεγάλο ζήτημα. Αυτή η ζωή δεν έχει διεξόδους ούτε για την Φραγκογιαννού ούτε για την σιόρα Επιστήμη.
            Ο Παπαδιαμάντης και ο Θεοτόκης είναι νατουραλιστές στον γραπτό τους λόγο, καθώς απεικονίζουν με τις πολλές περιγραφές μία ολοκληρωμένη εικόνα της ‘’κακής’’ ζωής. Η συμπεριφορά των δύο ηρωίδων είναι αποτέλεσμα κάποιον εξωτερικών-κληρονομικών δυνάμεων, εσωτερικών διαθέσεων ακόμα και παρορμήσεων της στιγμής.
Ο τίτλος των διηγημάτων έχει χαρακτηριστική σημασία, όπως και απεικόνιση της ιστορίας. Στο διήγημα του Θεοτόκη «Η Τιμή και το Χρήμα» ο τίτλος του αναλύεται ως εξής : η λέξη τιμή κρύβει την υπόληψη της οικογένειας, την τιμή της κοπέλας αλλά και τον λόγο του άνδρα. Ενώ η λέξη χρήμα ως κινητήριος δύναμη της κοινωνίας, πώς οι ήρωες το βλασφημούν και τέλος ο θεσμός της προίκας. Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη ο τίτλος «Φόνισσα» κρύβει μέσα τις διαθέσεις της ηρωίδας και τον λόγο που την ώθησε στα άκρα.
Οι τεχνικές της γραφής και των δύο αφηγημάτων:
Γλώσσα: Στη «Φόνισσα» είναι καθαρεύουσα αλλά στην «Τιμή και το χρήμα» δημοτική. Και τα δύο κείμενα περιέχουν ιδιώματα των περιοχών που διαδραματίζονται τα γεγονότα.
Ύφος: Είναι απλό, ζωντανό (λόγω των περιγραφών) και παραστατικό.
Αφηγηματικός τρόπος: Διήγηση με διαλόγους και περιγραφές που τα κάνουν πιο παραστατικό.
Τραγική ειρωνεία:   1.Στην «Τιμή και το Χρήμα» ο Ανδρέας έχει στο νου του την ατιμία και ο αναγνώστης το γνωρίζει. 2. Ενώ στην «Φόνισσα» οι αναγνώστες ξέρουν τα εγκλήματα και τις κακές βουλές της Φραγκογιαννούς.»  

Χ. Χατζηβασιλείου: Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Κ. Θεοτόκης «Τιμή και το χρήμα»
«Η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη και η «Τιμή και το χρήμα» του Θεοτόκη είναι νουβέλες, εκτενή διηγήματα με κύριο κοινό τους στοιχείο την προίκα, η διαπραγμάτευση  της οποίας όμως, είναι διαφορετική σε  κάθε  έργο. Το θέμα της «Φόνισσας» είναι η εγκληματική ιδέα της βρεφοκτονίας  από  την  οποία διακατέχεται η Φραγκογιαννού, και η διάπραξη κατ ’επανάληψη φόνων μικρών κοριτσιών .Από την άλλη το κύριο θέμα της « Τιμής και  του  χρήματος» είναι η τεράστια αξία που έχουν τα τάλαρα, χρήματα και μπορούν να χωρίσουν ακόμα και δύο ανθρώπους που αγαπιούνται. Χαρακτηριστική είναι η φράση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στο διήγημα: «Ανάθεμα τα τάλαρα».
Πολλά κοινά χαρακτηριστικά παρατηρούμε ανάμεσα στις κεντρικές ηρωίδες των δύο έργων: την Φραγκογιαννού και την Επιστήμη. Και οι δύο  είναι γυναίκες οι οποίες έχουν εργαστεί πάρα πολύ σκληρά στη ζωή τους για να θρέψουν τα παιδιά και τις οικογένειές τους, πασχίζουν και οι δύο για να  ετοιμάσουν την προίκα των κοριτσιών. Παρουσιάζονται ως το μόνο στήριγμα  της οικογένειας, αφού η Φόνισσα έχει χάσει τον άντρα της και ο άντρας της  Επιστήμης είναι μέθυσος και δεν  φέρνει λεφτά στο σπίτι, οπότε όπως λέει  και η ίδια «είναι σαν μην έχει άντρα». Και οι δύο γυναίκες καταλήγουν να βιαιοπραγήσουν, χάνοντας τα λογικά τους, η Φόνισσα βέβαια σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σκοτώνοντας με την σειρά κορίτσια σε πολύ μικρή ηλικία, γιατί, με αυτό τον τρόπο, πιστεύει ότι θα λυτρώσει τα ίδια και τις μητέρες τους από  τις δυσκολίες να τα αναθρέψουν. Η Επιστήμη καρφώνει ένα μαχαίρι στο χέρι του Ανδρέα, όταν του παραχωρεί τα 600 τάλαρα για προίκα, αλλά αυτός δεν  δέχεται να παντρευτεί την κόρη της Ρήνη, αφού όμως την έχει αφήσει έγκυο πράγμα που σημαίνει πως δεν θα μπορέσει να «αποκατασταθεί». Έτσι λοιπόν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τη Φραγκογιαννού και την Επιστήμη ως  τραγικά πρόσωπα.
Ως προς τα πολιτιστικά στοιχεία κοινό θέμα είναι η προίκα. Ο θεσμός της προίκας αν και ενίσχυε την θέση της γυναίκας στην έγγαμη ζωή την μετέτρεπε σε αντικείμενο αγοραπωλησίας. Η Φραγκογιαννού πήρε μηδαμινή προίκα  από τους γονείς της για τον γάμο της, ενώ η ίδια γνώριζε ότι είχαν και άλλα  πλούτη και τα κρατούσαν για τον εαυτό τους και τα υπόλοιπα παιδιά τους. Αυτό την έκανε να μισήσει τους ίδιους της τους γονείς. Η Επιστήμη έχει φυλάξει κάποια χρήματα για να παντρέψει τις κόρες της. Το μερίδιο που αναλογεί στη κάθε μία είναι 300 τάλαρα και όταν ο γαμπρός (Αντρέας) της ζητάει  περισσότερα, αρνείται να τα δώσει, θέλοντας να  μην αδικήσει τις άλλες κόρες της. Ο Ανδρέας στο τέλος προδίδει την Ρήνη και την αγάπη τους για τα  χρήματα. Όταν όμως η Επιστήμη υποκύπτει και του παραχωρεί τα 1000 τάλαρα που ζήτησε, η Ρήνη παρόλο ότι είναι έγκυος έχει το ψυχικό σθένος να  τον διώξει και να μεγαλώσει μόνη της το παιδί για να μην αδικήσει τα αδέρφια  της.
Άλλα πολιτιστικά στοιχεία είναι η επίκληση στο Θεό κυρίως στο έργο της Φόνισσας, από την ίδια την Φραγκογιαννού, η οποία πάει να  προσευχηθεί και το σβήσιμό του κεριού μέσα στο παρεκκλήσι το αντιλαμβάνεται ως σημάδι   από το Θεό και ως έγκριση των όσων φόνων έχει κάνει και όσων επρόκειτο  να κάνει.
Ως προς την ταυτότητα των δύο φύλων γίνεται αισθητή η κατωτερότητα της γυναίκας. Όπως ισχυρίζεται η Φραγκογιαννού οι γυναίκες είναι δούλες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, «όταν ήμουν μικρή ήμουν δούλα των γονιών μου μετά  δούλα του άντρα μου, αργότερα δούλα των παιδιών μου και μετά  των εγγονών  μου». Αυτή ήταν και η βασική αιτία που οδήγησε στην παρανοϊκή συμπεριφορά της: αρχικά σκοτώνοντας το ίδιο της το εγγόνι και μετά άλλα  βρέφη γένους  θηλυκού. Πιστεύοντας ότι θα τα σώσει από μια ζωή γεμάτη βάσανα και δουλεία. Επιπλέον η κατωτερότητα των γυναικών εκείνη την εποχή διαφαίνεται και από το προξενιό της ίδιας της Χαδούλας όταν ήταν μόλις  16 ετών, χωρίς την έγκρισή της «την εκουκούλωσαν και την έκαναν  νύφη». Αντίθετα στην «Τιμή και το χρήμα» η Ρήνη δεν είναι άβουλη, είναι υπεύθυνη για τις πράξεις της και παίρνει τις αποφάσεις της. Είναι φανερά τα στερεότυπα μεταξύ αντρών και γυναικών. Η γυναίκα εάν συνομιλούσε με έναν άντρα  και τον έβαζε στο σπίτι της θεωρούνταν «πειραγμένη» και έπρεπε να στεφανωθεί.
Ως προς τις τεχνικές, η γλώσσα της Φόνισσας διαφέρει από αυτήν της «Τιμής και χρήμα» είναι ιδιαίτερη παπαδιαμαντική γλώσσα δηλαδή  καθαρεύουσα εκκλησιαστική με ιδιωματισμούς και γλωσσικές ιδιομορφίες. Υπάρχει η ντοπιολαλιά της Σκιάθου με κάποιες επιτηδευμένες λέξεις. Η αφήγηση προωθεί τη δράση και κύρια τεχνική είναι ο διάλογος που δίνει μεγάλη ζωντάνια και παραστατικότητα.
Ακόμα, ως προς την πλοκή, υπάρχει τραγική ειρωνεία σε πολλά σημεία και των δύο κειμένων π.χ η Φραγκογιαννού κατηγορείται για το μοναδικό φόνο που δεν έχει διαπράξει. Επίσης, όταν ο Ανδρέας υπόσχεται στην Ρήνη ότι θα την παντρευτεί χωρίς να της ζητήσει προίκα. Ακόμα το έργο της Φόνισσας είναι γεμάτο από αναδρομικές αφηγήσεις, το λεγόμενο flash back που κάνει η Φραγκογιαννού κατά διαστήματα και θυμάται τη  ζωή της όταν ήταν μικρή και αργότερα όταν παντρεύτηκε.
Τέλος, στο έργο «Τιμή και χρήμα» ο Κ. Θεοτόκης δηλώνει την πολιτική του τοποθέτηση, επηρεασμένος από την μαρξιστική θεωρία.»

Π. Στάθης: Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Κ. Θεοτόκης «Τιμή και το χρήμα»
«ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΟ ΕΙΔΟΣ
Η Φόνισσα είναι ένα εκτενές γιήγημα (νουβέλα) του Α. Παπαδιαμάντη. Η Τιμή και το Χρήμα του Κ. Θεοτόκη είναι επίσης ένα εκτενές διήγημα (νουβέλα) δηλαδή αφηγηματικό είδος, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη συντομία στην έκταση, τον ρεαλισμό του ύφους του και την ύπαρξη συγκεκριμένης πλοκής.
ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΜΑ
Διαφέρουν στο διήγημα η Φόνισσα ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει τις σκέψεις της Φραγκογιαννούς, μιας ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας και επιχειρεί να διεισδύσει στα βάθη της ψυχής της δίνοντάς μας αριστουργηματικά τον χαρακτήρα και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή διαμορφώθηκε. Το περιεχόμενο του είναι κοινωνικό με δυνατό ψυχογραφικό έργο.
Στο διήγημα η Τιμή και το Χρήμα ο Θεοτόκης προσπαθεί να δείξει ότι το χρήμα και το συμφέρον αλλοιώνουν το χαρακτήρα των ανθρώπων και κατευθύνει τις πράξεις τους.
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ
Η Φόνισσα
Η Τιμή και το Χρήμα
Η Φραγκογιαννού είναι μια κλασική γυναίκα της ανδροκρατούμενης ελληνικής υπαίθρου.
- Ο γάμος της ήταν αποτέλεσμα της θέλησης των γονιών της.
- Η θέση της γυναίκας ήταν υποβαθμισμένη και οι γονείς πίστευαν ότι τα κορίτσια μόνο βάσανα θα έφερναν στην οικογένεια-
- Η κατάληξή της στην τρέλα και στο έγκλημα. Θεωρώντας ως θεάρεστη πράξη την πραγματοποίηση των εγκλημάτων σε βάρος των μικρών κοριτσιών, συμμετέχοντας έτσι στη λύτρωση των οικογενειών τους.

- Η κεντρική ηρωίδα είναι η σιόρα Επιστήμη Τρινκούλαινα, μια γυναίκα λαϊκής καταγωγής, η οποία προσπαθεί να αναθρέψει μόνη τα παιδιά της καθώς ο σύζυγος απέχει λόγω του εθισμού του στο ποτό.
- Ο Ανδρέας άλλο ένα κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας που ερωτεύεται την κόρη της, την Ρήνη.
- Η απαίτηση του Ανδρέα για συγκεκριμένο ποσό για προίκα, καθώς και η διαφωνία της μητέρας της για το ποσό αυτό.
- Η εγκυμοσύνη της Ρήνης αποτελεί και το τέλος της διαφωνίας της μητέρας της με τον Ανδρέα.
- Η συνειδητοποίηση της Ρήνης για το ότι η αγάπη της έγινε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής, με αποτέλεσμα να επιφέρει τη  διάλυση του δεσμού της και την απόφασή της να φύγει και να μεγαλώσει το παιδί  της  μόνη της και με τις δικές  της δυνάμεις.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΘΕΜΑΤΩΝ
   ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ.
- Και στα δύο διηγήματα οι κεντρικές ηρωίδες είναι γυναίκες της υπαίθρου.
- Ο Παπαδιαμάντης έχοντας σαν φόντο την κοινωνία του νησιού του δίνει πολλά κοινωνικά και ηθογραφικά στοιχεία της Σκιάθου και κατ' επέκταση της ελληνικής υπαίθρου. Αντίστοιχα στην Τιμή και το Χρήμα η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στο Μαντούκι μια συνοικία της Κέρκυρας. Συνεπώς και τα δύο διηγήματα διαδραματίζονται σε νησιωτικό χώρο.
ΔΙΑΦΟΡΕΣ
- Η μία ηρωίδα σκοτώνει τα κορίτσια και η άλλη τα προικίζει.
- Ο γάμος της Φραγκογιαννούς ήταν αποτέλεσμα της θέλησης των γονιών της.
- Την απόφαση για το γάμο στην Τιμή και το Χρήμα την παίρνει το ζευγάρι.
- Στη Φόνισσα η θέση της γυναίκας είναι υποβαθμισμένη ενώ στην Τιμή και το Χρήμα η γυναίκα έχει άποψη και κινεί τα νήματα.
- Στη Φόνισσα η άποψη ότι τα κορίτσια μόνο βάσανα φέρνουν στην οικογένεια. Στην Τιμή και το Χρήμα η αντιμετώπιση των παιδιών είναι ισότιμη από τους γονείς.
- Στη Φόνισσα οι γονείς αποφασίζουν από κοινού για την αποκατάσταση των παιδιών τους. Στην Τιμή και το Χρήμα ο σύζυγος είναι παρών-απών και η γυναίκα αποφασίζει να διαπραγματευτεί την τύχη της κόρης της.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ
- Η ιδιαίτερη σχέση μεταξύ μητέρας και κόρης στη Φραγκογιαννού δεν υπάρχει αφού το πρώτο της θύμα είναι η νεογέννητη εγγονή της. Ενώ στην Τιμή και το Χρήμα υπάρχει σχέση μεταξύ μητέρας και κόρη.
- Διαμετρικά αντίθετες παρουσιάζονται οι προσωπικότητες των δύο γυναικών. Η Φραγκογιαννού λειτουργεί αυτοβούλως θεωρώντας ότι πρόκειται για θεάρεστη πράξη, διαπράττοντας τα αποτρόπαια αυτά εγκλήματα σε βάρος των μικρών αθώων κοριτσιών. Η Σιόρα Επιστήμη αντίθετα προσπαθεί να επιλύσει μόνη της το οικογενειακό της πρόβλημα δίνοντας την καλύτερη  δυνατή λύση.
ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ
Στη Φόνισσα η τεχνική του έργου είναι αντάξια του θέματος με άριστες περιγραφές της φύσης και των προσώπων. Θαυμάσια ψυχολογημένη παρουσίαση των ηρώων, κλιμάκωση της εντάσεως ακόμη και με τα παρέμβλητα επεισόδια του Μούρτου και της Μαρούσας με τη γλώσσα και το ύφος προσεκτικά δουλεμένο.
Στην Τιμή και το Χρήμα το ύφος είναι φυσικό και λιτό και η γλώσσα είναι η δημοτική του απλού λαού ανάμεικτη με αρκετά κερκυραϊκά ιδιωματικά στοιχεία.
ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
Στη Φόνισσα οι γονείς αποφασίζουν για την τύχη των κοριτσιών τους, ενώ στην Τιμή και το Χρήμα οι ίδιες επέλεγαν τον άντρα που θα παντρευότανε.
ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΛΟΚΗ
 Προοικονομία
Οι σκέψεις και οι πράξεις της Φραγκογιαννούς προοικονομούν την εξέλιξη της υπόθεσης. Στην Τιμή και το Χρήμα οι χειρισμοί της μητέρας προοικονομούν και την εξέλιξη που θα ακολουθήσει.
Η περιπέτεια
Η Φραγκογιαννού ανατρέχει στο παρελθόν της και συνειδητοποιεί ότι σε όλη της τη ζωή υπηρετούσε τους άλλους. Στην Τιμή και το Χρήμα μια γυναίκα προσπαθεί μόνη της να βοηθήσει την οικογένειά της δίνοντας λύση στα διάφορα προβλήματα.
Τραγική Ειρωνεία
Η Φραγκογιαννού πεθαίνει μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης από πνιγμό με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο σκότωσε τα θύματά της. Στην Τιμή και το Χρήμα τόση προσπάθεια για να επιτευχθεί η διάλυση ενός επικείμενου γάμου.
Επιβράδυνση  
Η σκέψη πως εκτελεί θεάρεστη πράξη απέναντι στις οικογένειες των κοριτσιών. Στην Τιμή και το Χρήμα  η προσπάθεια κοινής συμφωνίας στο θέμα της προίκας μεταξύ γαμπρού και πεθεράς.
Η κορύφωση
Η τελευταία ανθρωποκτονία της Φραγκογιαννούς, ενώ στην Τιμή και το Χρήμα η διάλυση του δεσμού μεταξύ των νέων.
Η λύση
Η ηθική δικαίωση των θυμάτων στη Φραγκογιαννού. Στην Τιμή και το Χρήμα η συνειδητοποίηση ότι η αγάπη γίνεται αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής και κατευθύνει τις πράξεις των ανθρώπων.»

Χ. Σιταρίδης: Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Κ. Θεοτόκης «Τιμή και το χρήμα»
      «Συγκρίνοντας τα δύο κείμενα βλέπουμε ότι έχουν πολλές ομοιότητες. Τα γεγονότα και στα δύο συμβαίνουν σε ένα νησί, την ίδια περίπου εποχή (αρχές 20ου αιώνα) και έχουν κοινωνικό και ηθογραφικό περιεχόμενο. Οι άνθρωποι ζουν στο κλειστό περιβάλλον της επαρχίας και είναι συντηρητικοί. Η φτώχεια τούς ταλαιπωρεί και δουλεύουν για να τα βγάλουν πέρα. Οι γυναίκες βρίσκονται σε κατώτερη θέση και ακόμα χειρότερα τα κορίτσια. Για να τα παντρέψουν πρέπει να δώσουν προίκα στον γαμπρό και αυτό πιέζει πάρα πολύ τους φτωχούς γονείς.
Ο θεσμός της προίκας παίζει καθοριστικό ρόλο και στα δύο. Η Φραγκογιαννού σκοτώνει τα μικρά κορίτσια, επειδή τα θεωρεί βάρος στην οικογένεια, γιατί όταν μεγαλώσουν πρέπει να τα δώσουν προίκα. Και στην Τιμή και το Χρήμα η Ρήνη δεν στεφανώνεται, γιατί ο γαμπρός ζητάει 600 τάλαρα, ενώ η μάνα της της δίνει μόνο 300.
Η διαφορά είναι ότι οι δυο γυναίκες αντιδρούν διαφορετικά. Η Φόνισσα αντιδρά αρρωστημένα, αφού προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα σκοτώνοντας τα κορίτσια, ενώ η άλλη μάνα δουλεύει, αποταμιεύει χρήματα και προσπαθεί να τακτοποιήσει όλα τα παιδιά της. Ακόμα πιο δυναμική είναι η κόρη της που δεν λογαριάζει τα κουτσομπολιά και απορρίπτει τον προικοθήρα γαμπρό, αποφασισμένη να δουλέψει και να μεγαλώσει μόνη της και αστεφάνωτη το παιδί που περιμένει. Έτσι στην «Τιμή και το χρήμα» βλέπουμε την νεαρή κοπέλα να απορρίπτει την ανδροκρατούμενη κοινωνία, γιατί δεν ανέχεται να είναι εμπορεύσιμο αγαθό. Επίσης στην «Τιμή και το Χρήμα» έχουμε και άλλα θέματα, όπως τον ξεπεσμένο αριστοκράτη που προσπαθεί να βελτιώσει τα οικονομικά του με το λαθρεμπόριο και έναν πλούσιο γάμο ή τον μεθύστακα σύζυγο.»

 Χ. Σπυριδάκη: Α. Παπαδιαμάντης «Φόνισσα» - Κ. Θεοτόκης «Τιμή και το χρήμα»
      «Οι δύο νουβέλες έχουν κοινά χαρακτηριστικά τα οποία θίγουν ζητήματα της καθημερινότητας και της κοινωνίας. Μερικά από αυτά είναι: το θέμα της προίκας που καθορίζει άμεσα έναν γάμο, ο ρόλος της γυναικάς στα τέλη του 19ου αι. με τις αρχές του 20ου αι. και τέλος η μητέρα, ως πρόσωπο, φύση και χαρακτήρα.
            Όσον αφορά την προίκα, μέσα από το παπαδιαμαντικό κείμενο, βλέπουμε την καυτηρίασή της ως φαινόμενο αν και επηρεάζει άμεσα την αποκατάσταση μιας νεαρής κοπέλας, που αν είναι φτωχή δεν μπορεί παρά να παντρευτεί άντρα του ίδιου επιπέδου. Στο «Τιμή και το χρήμα» βλέπουμε την προίκα να κατέχει πρωταγωνιστικό ρολό σε όλη την εξέλιξη της υπόθεσης, αφού ο Αντρέας αν και αγαπάει την Αρήνη δεν δέχεται να την παντρευτεί άπροικη. Η μητέρα της όμως δεν διατίθεται να δώσει όλη της την περιουσία που με τόσο κόπο και ιδρώτα μάζεψε σε ένα μόνο παιδί της και αυτό παίζει καθοριστικό ρολό στην  μετέπειτα εξέλιξη της υπόθεσης.
            Σύμφωνα και με τα δυο έργα ο ρόλος της γυναίκας ήταν άκρως υποβαθμισμένος εκείνη την εποχή. Οι δυο κύριες πρωταγωνίστριες όμως- η Χαδούλα Φραγκογιαννού και η σιόρα Επιστήμη- κρατούσαν τα ηνία της οικογένειας, αφού στην πρώτη περίπτωση ο σύζυγος ήταν νεκρός, ενώ στην δεύτερη ήταν “απών” από όλες τις καταστάσεις που διαδραματίζονταν στην οικογένειά του έχοντας το ρόλο υποτονικού παρατηρητή.
            Χωρίς εξαίρεση και στα δυο κείμενα η μητέρα παρουσιάζεται σκληρή, απάνθρωπη, άκαρδη και αμείλικτη. Και οι δυο γυναίκες όμως έχουν περάσει πολλά βάσανα και ταλαιπωρίες που τους έχουν χαρίσει αυτά τα γνωρίσματα. Η Χαδούλα Φραγκογιαννού εκφράζει το παράπονό της με έναν αποτρόπαιο τρόπο, δολοφονώντας μικρά αθώα κοριτσάκια. Η κ. Επιστήμη δρα με πιο αμυντικό και συναισθηματικό τρόπο, το οποίο είναι πιο λογικό από την σχιζοφρενική τάση της Φραγκογιαννούς.
            Τέλος, και τα δυο έργα διαφοροποιούνται και ως προς το κύριο θέμα, το οποίο στην «Φόνισσα» είναι η απόδοση της δικαιοσύνης μέσα από τα ματιά της Φραγκογιαννούς και στο «Τιμή και το χρήμα» ο οικονομικός παράγοντας βασικός συντελεστής στην ευτυχία μιας κοπέλας.
            Οι δυο νουβέλες έχουν διαφορές αλλά οι ομοιότητες υπερισχύουν και έτσι μπορούμε να τις κατατάξουμε στο ίδιο μυθιστορηματικό είδος, της κοινωνικής νουβέλας-μυθιστορήματος.»